Αναζητώντας τα ίχνη εθνικού ποιητή

Στις 21 Μαρτίου καθιερώθηκε να γιορτάζεται η Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης εδώ και περίπου είκοσι χρόνια. Και όπου νάναι την εαρινή ισημερία θα την υποδεχτούν με ποιητικό τρόπο Ελληνες και ξένοι.
Μ’αφορμή τον εορτασμό ο γράφων διατυπώνει εδώ κάποιες απορίες και ορισμένες σκέψεις.

Μπορεί να διασχίσεις μια ήπειρο χωρίς να έχεις περπατήσει στη δική σου χώρα ; Θα χαθείς, θα εξαφανιστείς. Μπορείς να κολυμπήσεις στον ωκεανό χωρίς να έχεις βουτήξει στη δική σου θάλασσα ; Θα βουλιάξεις, θα πνιγείς.

Τι θα ήταν ο Ντοστογιέφσκι αν δεν ήταν Ρώσος ; Ο Ονορέ ντε Μπαλζάκ αν δεν ήταν Γάλλος ;  Ο Τ.Σ.Ελιοτ αν δεν ήταν Βρετανός ;  Ο Γιώργος Σεφέρης αν δεν ήταν Ελληνας ;  Ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες αν δεν ήταν Κολομβιανός ;

Η γεωγραφική θέση,  η φύση, ο γενέθλιος τόπος, οι άνθρωποί του, η γλώσσα, η πνευματική παράδοση είναι στοιχεία που παίζουν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της προσωπικότητας και της γραφής του δημιουργού. Σε δεύτερο πλάνο παίζει ρόλο βεβαίως η επαφή του και με άλλες χώρες, άλλους πολιτισμούς, άλλους ομότεχνους από τους οποίους αντλεί  ενδιαφέρουσες εμπειρίες και εμπνεύσεις ενδεχομένως.

Ας επιχειρήσουμε λοιπόν μ’ αφορμή αυτή την επέτειο, εδώ στα γηγενή εδάφη, να ανιχνεύσουμε τα ίχνη του αφανούς εθνικού ποιητή.

Σε μια εποχή κομματικής αγυρτείας και μνημονιακής μέγγενης, τεχνολογικής αιχμαλωσίας και καταναλωτικής αποχαύνωσης, φόβου και άγχους, να δούμε εάν υπάρχουν θαρραλέες ποιητικές φωνές, άγνωστες «εκτός των τειχών». Φωνές ενδόμυχες, που προσπαθούν να αρθρώσουν λόγο στοχαστικό, κοινωνικά ευαίσθητο, πικρά σκωπτικό, να αφουγκραστούν κραδασμούς του τόπου μας και των ανθρώπων του, συμπλέοντες και συμπάσχοντες.

«Πρέπει να λογαριάσουμε κατά που προχωρούμε» έγραφε ο Σεφέρης.

«Χρειάζεται να πετάς τα σημερινά παλιά, για να σου’ρχονται τα περασμένα* τα παντοτινά περασμένα» σημείωνε ο Ελύτης .

Αφορμή για το άρθρο αυτό και κατ’ επέκταση για το αφιέρωμα στον άγνωστο εθνικό ποιητή στάθηκαν τρία πράγματα :

*Πρώτον μια σχετική αναφορά του πιανίστα Δαβίδ Ναχμία σε ραδιοφωνική του εκπομπή στο Τρίτο Πρόγραμμα, όπου έλεγε μεταξύ άλλων :

«Αλήθεια έχετε σκεφθεί ποιος είναι ο αντίστοιχος Κωστής Παλαμάς σήμερα ; Κυκλοφορεί μήπως κάπου ανάμεσά μας, στριμώχνεται κι αυτός άραγε μέσα στα λεωφορεία, τα τρένα και το πλήθος της Ομόνοιας ; Ενας πολίτης μες στην πόλη ; Ενας κοινός πολίτης όπως όλοι ; Βρισκόμαστε σε θέση να τον αναγνωρίσουμε ή μήπως δεν εμφανίζεται ποτέ μπροστά μας, όσο δεν τον αναζητούμε ; Γιατί άραγε η εποχή αυτή να μην έχει εθνικό ποιητή ; Ποια συσκευή τον υποκαθιστά ;
Πολλοί σημαντικοί ποιητές του σήμερα έφυγαν τα τελευταία χρόνια. Μην φανταστείτε λαοθάλασσα στην κηδεία τους. Λίγοι άνθρωποι λυπήθηκαν, κατάλαβαν, ευκαίρησαν ή άφησαν το καθημερινό του σημαντικό, για να τους αποχαιρετήσουν. Η ζωή συνεχίστηκε κανονικά ευτυχώς και γρήγορα ξεπεράστηκε ο χαμός τους. Οι σκοτούρες πύκνωσαν πολύ για ν’ αφήσουν θρήνους. Οι συλλογικές ευαισθησίες διοχετεύονται πλέον σε εξωστρεφείς εκτονώσεις…»

* Δεύτερον, στο περιεκτικό και στοχαστικό άρθρο του «Τα φώτα των φάρων» (ΝΕΑ, 6-01-2017) ο Κώστας Γεωργουσόπουλος, αποτίνοντας φόρο τιμής σε Ελληνες ποιητές με σπουδαίο έργο κάνει ιδιαίτερη μνεία στον Γιώργο Σεφέρη θυμίζοντας στο τέλος μερικούς ατόφιους  ποιητικούς στίχους του. Γράφει μεταξύ άλλων :

«Η μεγάλη ποίηση του τόπου μας είναι ποίηση εθνική και να μου κάνουν τη χάρη κάποιοι ηλίθιοι να μας αφήσουν να χαιρόμαστε αυτόν τον όρο, ως όρο υπάρξεως.
Από τον Ρήγα ως τον Σολωμό και τον Κάλβο, από τον Παλαμά, τον Σικελιανό, από τον Βάρναλη ως τον Καβάφη, από τον Καρυωτάκη ως τον Σεφέρη, τον Ελύτη, τον Αναγνωστάκη, και από τον Ρίτσο και τον Βαλαωρίτη ως τον Βρεττάκο, από τον Κατσαρό ως τον Λειβαδίτη και τον Λεοντάρη, από τον Κώστα Μύστη (της Κύπρου) ως τον Παπαδίτσα, από τον Παπατσώνη και τον Σινόπουλο ως τον Πατρίκιο, από τον Σαχτούρη ως τον Κυριάκο Χαραλαμπίδη (της Κύπρου), η ποίησή μας καλλιέργησε τον αγρό της ιστορικής μοίρα του γένους.
Πλάι στους επίσης μεγάλους ποιητές του καθαρού λυρισμού, της υπαρξιακής αγωνίας, της ερωτικής έξαψης, του μόχθου της ζωής και της μοιραίας προς θάνατον οδού, οι ποιητές της ιστορικής μνήμης, των ιστορικών λαθών, των ηττών, των ταπεινώσεων και των μαρτύρων, μας έμαθαν οι «Ιθάκες τι σημαίνουν».

*Τρίτον, ο γράφων βρέθηκε πρόσφατα στην παρουσίαση του καινούργιου δίσκου του Ηλία Ανδριόπουλου «Φιλόπατρις» στο βιβλιοπωλείο «Ιανός». Μελωδική και αισθαντική η μουσική του «δένει» αρμονικά, χρόνια τώρα, με στίχους κορυφαίων Ελλήνων ποιητών (Σεφέρης, Ελύτης).
Εμπνεόμενος τώρα από τις «Ωδές» του Ανδρέα Κάλβου, καταθέτει με λεπτότητα κι ευαισθησία πέντε μελοποιημένα κομάτια, που ταίριαξαν τραγουδιστικά στην Ιόνια  παράδοση με την καθοριστική συμβολή της Χορωδίας «Σύγχρονη Εκφραση» υπό τη διεύθυνση του Θωμά Μουζιώτη αλλά και  με τη στιβαρή ερμηνεία των Μανώλη Μητσιά, Τάση Χριστογιαννόπουλου.  Ο συνθέτης έχει επίσης τέσερα καινούργια τραγούδια σε στίχους δικούς του με ανάλογο προβληματισμό και ευαισθησία.

Σημειώνει  ο Ηλίας Ανδριόπουλος στο δίσκο αυτό :

« Μάλλον είναι η διαίσθηση αυτή που με οδήγησε, τώρα που η πατρίδα βρίσκεται πεσμένη και λαβωμένη από ντόπιους και ξένους, να στρέψω το βλέμμα προς την λεπτή ευαισθησία των Επτανησίων και να αφουγκραστώ με μεγαλύτερη προσήλωση , τη μουσική και τα λόγια που συγκροτούν εκείνη τη μεγάλη λαΪκή και έντεχνη παράδοση, η οποία άνθισε και ευωδίασε κατά τρόπο ανεπανάληπτο στα Επτάνησα. Για να κατανοήσει κανείς, όσο μπορεί, το παρόν και να απλωθεί η φαντασία του στο μέλλον, θα πρέπει πρώτα να γνωρίσει το παρελθόν του τόπου του.
Η μουσική μου απλώθηκε στη δροσερή αύρα του Αιγαίου και στο γλυκό στοχασμό του Ιονίου, ενώνοντας τις δυο δικές μας θάλασσες και τις λαΪκές-πνευματικές παραδόσεις τους  στο καινούργιο ήθος της νεοελληνικής μας ευαισθησίας. Αν ακόμα μας λέει κάτι αυτό…»

Να κι οι στίχοι δυο καινούργιων τραγουδιών του, που εκφράζουν την έγνοια και τον καημό του συνθέτη γι’ αυτόν τον τόπο («ευτυχήν ή δύστηνον» κατά τον Κάλβο). Στο πρώτο, που είναι αφιερωμένο στον Βέρντι, γράφει :

«Μ’ έναν Υμνο
κεντώ τ’ όνομά σου
 Μ’ ένα φως αγρυπνώ
 στη σιγή

Αχ πατρίδα θλιμμένη
 και ξένη
 Στα σκοτάδια σε ρίξαν
μισή.

Ενας ήχος πνοής
 μυρωμένος
 Σε τυλίγει τη μαύρη
 αυγή

Αχ πατρίδα ακριβή
 και χαμένη
 Ταξιδεύεις
 με μαύρο πανί».

Και στο δεύτερο με τίτλο «Με την πατρίδα στα κουπιά» γράφει :

  «Αγέρας σκίζει τα πανιά
 κι η νύχτα την ψυχή μου,
 και τα πικρά τα χρόνια μου
 ρήμαξαν την ζωή μου.

Με την πατρίδα στα κουπιά
 με ένα παλιό μαράζι,
 σεργιάνισα όλη τη Γή
μα Ελλάδα δεν εφάνη».

Ας περιδιαβούμε λοιπόν τα ανεξάντλητα μονοπάτια της ελληνικής ποίησης με τούτο το μικρό αφιέρωμα. Εκτός από τα δύο άρθρα στο ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ υπάρχουν κείμενα στις στήλες «ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΦΑΡΜΑΚΕΙΟ», «ΕΚΛΕΚΤΙΚΕΣ ΣΥΓΓΕΝΕΙΕΣ»  και «ΟΔΟΣ ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΝ» (η τελευταία αυτή τη φορά μετατρέπεται σε ΟΔΟ ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ).

Ας αφουγκραστούμε τους ποιητές μας, τους παλαιούς κλασικούς που τίμησαν τον τόπο μας, τη γλώσσα την ελληνική σε βάθος αιώνων, αλλά και τους σύγχρονους αφανείς εκτός πρωτευούσης, για να συλλογιστούμε και να συναισθανθούμε μαζί τους.