«Αρατε πύλας» του Αλέξανδρου Μωραϊτίδη

Πλησιάζοντας στη Μεγάλη Εβδομάδα, είπαμε να αισθανθούμε κατιτίς από την πασχαλινή ευωδιά της λογοτεχνικής μας παράδοσης.

Διαλέξαμε από τη συλλογή «Πασχαλινά διηγήματα» των εκδόσεων «Αρμός»  ένα κωμικοτραγικό διήγημα του Αλέξανδρου Μωραϊτίδη από τη Σκιάθο και το παρουσιάζουμε εδώ σε μια συντομευμένη μορφή  του (στο βιβλίο υπάρχουν επίσης διηγήματα των Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, Ζαχαρία Παπαντωνίου, Ανδρέα Καρκαβίτσα – όλα με τον καλαίσθητο εικαστικό σχολιασμό του Γιώργου Κόρδη).

Ο συντοπίτης και μακρινός συγγενής του Παπαδιαμάντη Αλέξανδρος Μωραϊτίδης (1850-1929) θυμάται  με νοσταλγία αλλά και με ευθυμία ένα νησιώτικο Πάσχα των παιδικών του χρόνων στο διήγημα του «Αρατε πύλας». Και σημειώνει στην αρχή :

«Ποτέ δεν θα το λησμονήσω ! Τι εύμορφον Πάσχα… Να ήτο η μάγος, η άφροντις, η γόησσα ηλικία η παιδική, ήτις μου εζωγράφισεν αυτήν την άληστον, αυτήν την ανεξάλειπτον εικόνα του Μεγάλου εκείνου Πάσχα ;».

Με γλαφυρό τρόπο αναφέρεται στη λιτανεία του Επιτάφιου στο νησί, η οποία γίνεται τον όρθρον του Μεγάλου Σαββάτου :

«Πρέπει να ιδήτε την λιτανείαν του Επιταφίου κατά την αυγήν, ότε δεν είναι ούτε ημέρα ούτε νυξ, ή μάλλον με ολίγην ημέραν και πολλήν νύκτα, με ολίγον φως και με πολλά άστρα, καμμιά φορά με σελήνην λειψίφωτον, ότε το θέαμα γίνεται υπερκατανυκτικόν, με ολίγας αηδόνας και πολλά πρωΪνά πουλιών χαιρετίσματα, με ολίγον ευωδιάζοντα άρωμα πρωϊνόν αέρα και με πολύ θυμίαμα * και κάτω το κύμα μελανόφαιον, εφ’ου ν’αντανακλώνται των ιερών λαμπάδων αι χρυσαί λάμψεις…

         Ποσάκις δακρύων εξ αγνώστου χαράς έμεινα κρυφά εις την γωνίαν εκεί κάτω ακίνητος, ως ο φιλάργυρος ο φοβούμενος μη κλέψωσι τον θησαυρόν του * έμεινα να βλέπω κρυφά-κρυφά την τρυφεράν αυτήν του Επιταφίου πομπήν, κατερχομένην απο τον ανήφορο, εισπνέων βαθέως εν άσθματι ως εντός κήπου ανθέων, ως να ήθελον να ροφήσω δια μιάς όλην εκείνην την μαρμαρυγήν, ως να ήθελον να χορτάσω όλην εκείνην την αχόρταστον μαγείαν !».

Βασικός ήρωας του διηγήματος ο μπάρμπα Κώστας ο «Ολαντέζος» (φορούσε πάντα ένα ολανδικό κασκέτο), που είχε ναυαγήσει πεντάκις και ηλικιωμένος πλέον εκτελούσε χρέη καντηλανάπτη στο ναΪσκο της κωμόπολης.

Μετά την περιφορά του Επιταφίου, οι πύλες του ναού είναι κλειστές κι αναπαρίσταται η κατάβαση του Σωτήρος στον Αδη. Τρεις φορές ο ιερέας κρούει αυτές, λέγων: «Αρατε πύλας, οι άρχοντες υμών, και επάρθητε, πύλαι αιώνιοι, και εισελεύσεται ο βασιλεύς της δόξης!». Κι αυτός που είναι μέσα ερωτά : «Τις εστίν ούτος ο βασιλεύς της δόξης ;» Την τρίτη φορά ο ιερέας σπρώχνει δυνατά με χέρια και πόδια κι ανοίγει τις πύλες του ναού αναφωνώντας : «Κύριος των Δυνάμεων, αυτός εστιν ο βασιλεύς της δόξης !».

Το ρόλο του Αδη οχυρωμένου μέσα στην εκκλησία αναλάμβανε κάθε χρόνο τον όρθρο του Μεγάλου Σαββάτου  ο μπάρμπα Κώστας. «Υπεκρίνετο περίφημα τον Αδην κατά την επάνοδο του Επιταφίου… Ετόνιζε τας λέξεις κατ’ ίδιον τινά τρόπον πολύ τρομακτικόν. Εκίνει την κεφαλήν του έσωθεν, ηγρίευε τους οφθαλμούς του, αι τρίχες της κόμης του ανεσουσουρώνοντο, καθώς τον περιέγραφον όσοι έμενον ένδον να τον θαυμάσουν κατά την θαυμασίαν του υπόκρισιν, όλον το σώμα του έτρεμε».

Εκείνη τη φορά όμως ο ιερέας «ώθησε μετά δυνάμεως ασυνήθους τας πύλας δια χειρών και ποδών, επιδοκιμάζοντος του πλήθους». Ο μπάρμπα Κώστας όπως ήταν πίσω κοντά στην κλειδαριά δεν πρόλαβε να απομακρυνθεί «και τα φύλλα της βαρείας πύλης βιαίως ανοιγέντα τον εκτύπησαν εις τας σιαγόνας και τον έρριψαν κάτω εις τας πλάκας». Αποτέλεσμα να χάσει και τις δυο σειρές των δοντιών του !

Και κλείνει το διήγημα του ο ΜωραΪτίδης γράφων :

  «Ελυπείτο πλέον ο πτωχός και επόνει όχι τόσον δια την απώλειαν των οδόντων, όσον διότι δεν θα υπεκρίνετο πλέον τον Αδην, διότι η έλλειψις των οδόντων θα ηλάττωνε κωμικώς τας πρώτης δυνάμεως τραγικάς ερωτήσεις του.

   – Κ’εδώ εναυάηθα ! έλεγε παραπονούμενος δια την τύχην του ο αγαθός μπάρμπα-Κώστας ο Ολλαντέζος, απλούς κανδηλάπτης πλέον του ναού, φέρων καταφανή τα διπλά σημεία των διπλών ναυαγίων, το ολλανδικόν του κασκέτο και τας άνευ οδόντων σιαγόνας * αλλ’αντί της καλύβης του πλέον εκατοικούσεν εις ένα πολύ εύμορφον κελλίον οπού του έκτισαν οι επίτροποι εντός του κηπαρίου του ναού, και όπου διήλθε τα γηρατειά του αγαπώμενος απο όλους».