«Για δύο δευτερόλεπτα» της ΡέΪτσελ Τζόϊς

Η κακιά ώρα

    «Το 1972 προστέθηκαν στον χρόνο δύο δευτερόλεπτα… Τα δευτερόλεπτα προστέθηκαν επειδή το έτος ήταν δίσεκτο και η μέτρηση του χρόνου δεν συμβάδιζε με την περιστροφή της γης γύρω από τον άξονά της…
    Η προσθήκη του χρόνου τρομοκράτησε τον ΜπάΪρον Χέμινγκς. Ο εντεκάχρονος, ήταν ένα ευφάνταστο παιδί. Ξάγρυπνος στο κρεβάτι του, φανταζόταν αυτήν την προσθήκη να εξελίσσεται και η καρδιά του πετάριζε σαν πουλί».

    Ετσι αρχίζει το δεύτερο, μεταγενέστερο μυθιστόρημα της ΡέΪτσελ Τζόϊς «Για δύο δευτερόλεπτα», συναρπαστικό όπως και το προηγούμενό της «Το απίστευτο προσκύνημα του Χάρολντ Φράϊ» (μετάφραση Αντώνης Καλοκύρης, εκδόσεις Κλειδάριθμος).

    Αρχές Ιουνίου του 1972. Μια τυπική, μεσοαστική ευκατάστατη οικογένεια σε κωμόπολη της Αγλλίας. Κεντρικοί ήρωες ο εντεκάχρονος φιλομαθής και ευαίσθητος ΜπάΪρον, η κομψή, ευγενική και περιποιητική μητέρα του ΝταΪάνα. Περιφερειακά κινούνται η εξάχρονη αδελφή του Λούση και ο ακριβοθώρητος, αυστηρός και «κρύος» πατέρας (στέλεχος σε τράπεζα άλλης πόλης, επιστρέφει στο σπίτι τα Σαββατοκύριακα). «Συμπρωταγωνιστεί» ο συμμαθητής και φίλος του Μπάϊρον, οΤζέϊμς, ευφυής, συμβουλευτικός και προστατευτικός.
    Η συνηθισμένη ζωή της οικογένειας θα διαταραχθεί, εν αγνοία του απόντος πατέρα, όταν συμβεί ένα υπό παράξενες συνθήκες ατύχημα. Πηγαίνοντας με το αυτοκίνητο τα δυο παιδιά στα σχολεία τους, η μητέρα για να αποφύγει ένα μποτιλιάρισμα λόγω ομίχλης, θα κάνει μια παράκαμψη μπαίνοντας στους χωματόδρομους της εργατικής φτωχογειτονιάς της κωμόπολης. Εκεί θα χτυπήσει με το αμάξι της ένα κοριτσάκι με ποδήλατο χωρίς να το πάρει χαμπάρι λόγω της ομίχλης και θα συνεχίσει κανονικά τη διαδρομή της. Κάτι που θα το αντιληφθεί από πίσω άναυδος ο γιός της, τη στιγμή μάλιστα που της φωνάζει για τα δύο δευτερόλεπτα, που είδε να αλλάζουν στο ρολόΪ του.
    Από κει αρχίζει στην ουσία το μυθιστόρημα με το συνειδησιακό πρόβλημα του μικρού, που θέλει παράλληλα να προστατεύσει τη μητέρα του. Για να μας παρασύρει στις σελίδες του, με τα κοινωνικά και υπαρξιακά ζητήματα που θέτει η συγγραφέας με μια νηφάλια… θριλερική αφήγηση.

    Το μυθιστόρημα της Τζόϊς εκτυλίσσεται σε δυο διαφορετικά χρονικά επίπεδα με δύο αλλιώτικες αλλά… συγγενικές ιστορίες.
    Στο πρώτο, που διαδραματίζεται το καλοκαίρι και το φθινόπωρο του 1972, έχουμε την ιστορία που προαναφέραμε. Με σταδιακές εξελίξεις και δραματικές ανατροπές, με δυό πρόσωπα καινούργια, τη μητέρα και την κόρη του «ατυχήματος» να λειτουργούν με αργό αλλά καταλυτικό τρόπο στην… κάτω βόλτα της οικογένειας του ΜπάΪρον.
    Στο δεύτερο, σαράντα χρόνια αργότερα (2012),στην αλλαγμένη λόγω έργων κωμόπολη, «πρωταγωνιστεί» ο Τζίμ, ένας μοναχικός κι άκακος μεσήλικας με ψυχολογικά προβλήματα (τραυλίζει, έχει φοβίες, χαιρετάει και μιλάει σε ορισμένα αντικείμενα του τροχόσπιτού του). Δουλεύει σ’ένα εστιατόριο καθαρίζοντας τα τραπέζια. Του αρέσει στον ελεύθερο χρόνο του να φυτεύει βολβούς και σπόρους. Η γνωριμία του με μια καινούργιια μαγείρισσα, ατίθαση αλλά καλοσυνάτη, θα τον βοηθήσει σιγά-σιγά να πάρει λίγο στα πάνω του.

    Ένα γερό μυθιστόρημα για το πώς τα φέρνει ο χρόνος, θίγοντας ζητήματα συνείδησης και ευθύνης, απώλειας και αποχωρισμού, ενοχής και συγχώρεσης, φιλίας και αγάπης. Αγγίζει ακόμη το βάσανο της ψυχικής ασθένειας, την υπομονή και τη φροντίδα που χρειάζεται να προσφέρει κάποιος για να βοηθήσει έναν αδύναμο νού.
    Με ήπια, λιτή, «ταχυδακτυλουργική» γραφή, η ΤζόΪς αφυπνίζει το μυαλό και τα συναισθήματα με τα οδυνηρά παθήματα των κεντρικών ηρώων της αφήνοντας προς το τέλος ένα μικρό φως ελπίδας. Παράλληλα προσφέρει στον αναγνώστη αυθεντική συγκίνηση, μελαγχολική και λυτρωτική.

    Μερικά χαρακτηριστικά αποσπάσματα από το μυθιστόρημά της :

  • «Το πρόβλημα είναι ότι ορισμένοι άνθρωποι χρειάζεται να κατηγορούν κάποιους άλλους για να αισθάνονται καλύτερα οι ίδιοι».
  • «Τα σημαντικά πράγματα στη ζωή δεν φαίνονται αρχικά να είναι τέτοια. Εμφανίζονται σε ήσυχες, καθημερινές στιγμές –ένα τηλεφώνημα, ένα γράμμα – εμφανίζονται όταν δεν κοιτάμε, χωρίς ενδείξεις, χωρίς προειδοποίηση, γι’αυτό μας ξαφνιάζουν».
  • «Ισως χρειάζεται να χάσεις ορισμένα πράγματα για να δεις πόσο σημαντικά ήταν».
  • «Πιστεύοντας όλοι τους αυτό το πρωϊνό της Πρωτοχρονιάς ότι η ζωή μπορεί να αλλάξει προς το καλύτερο. Η ελπίδα τους είναι αδύναμη, ωχρή σαν νέο μπουμπούκι. Βρισκόμαστε στην καρδιά του χειμώνα και κατά πάσα πιθανότητα το μπουμπούκι θα το κάψει η παγωνιά. Όμως για μία στιγμή τουλάχιστον, υπάρχει».