Δημήτρης Αβούρης (Ζάκυνθος)

Στα κυπαρίσσια

 “Πότε οι χτύποι της καρδιάς μας θα ψηλώσουν σαν τα κυπαρίσσια;»
  Ματθαίος Μουντές

Στα κυπαρίσσια στις κορφές ελληνικές σημαίες.
Ο τόπος να μοσχοβολά κι άσβεστος όλος να λάμπει.
Υποδοχή- λείπουν πολλοί- όλοι στις προκυμαίες!
Τα κλήματα θα στήνουν  χορό θα κελαηδούν οι κάμποι.

Οι εκκλησιές θα στολιστούν δαφνοστεφανωμένες.
Το φως της Αναστάσεως όλο το χρόνο θα ’ναι.
Οι ματιές στα πρόσωπα όλες ενωμένες
με μέθης πνεύμα ελληνικό όλοι να μεθάνε.

Οι ποιητές θα μπουν στη σιωπή. Θα αρχίσει το τραγούδι.
Οι μύθοι θα μας ζήσουνε και τα παραμύθια.
Όπου περάσει ποιητής ανθίζει ένα λουλούδι
ύστερα το λουλούδι του μας γίνεται συνήθεια.

Μα όταν η ανάγκη είναι πολλή –κατάρα στη διχόνοια
και η λογική δεν έχει σύνορα και δε χωράει στο χάρτη
τα κυπαρίσσια ας το πουν με τα ψηλά τους χρόνια
η λευτεριά για να κτιστεί θέλει ποιητή και αντάρτη.

Κοίτα τα κυπαρίσσια, ψηλώνουν την πατρίδα
στερνοί και πρώτοι στέκονται της κάθε μέρας δείκτες
κι όσοι δεν έχουν να πιαστούν, δεν έχουνε ελπίδα
οι ποιητές των οδών είναι διπλοί οδοδείκτες.

Θα χρειαστεί και η φωτιά- ποιητής θα την ανάψει
με κυπαρισσόκλαρα να ’χει καλά καεί – να ξέρει το αναμμένος.
Να ’χει μάτια ορθάνοιχτα, ρίζες να ’χει σκάψει
σε τάφους δικαίων που χάθηκαν- στα λόγια τους ταμένος.

Και ένα σπαθί, αν χρειαστεί, θα πάρει κυπαρίσσι
να κόψει στα δυο τον ουρανό για να φτιαχτεί πανί
με το ίδιο θα χτυπήσει τη φωτιά, αν θέλει να τη σβήσει
ό,τι απομείνει άκαυτο κατάρτι θ’ αρματώσει, σημαία γαλανή.

Θα ξημερώσει! Δες τα κυπαρίσσια τον ήλιο πώς αγγίζουν.
Δες, ο ήλιος δεν μπορεί διόλου να αντισταθεί.
Δες τα κυπαρίσσια ταπεινά που ανθίζουν.
}Ό,τι ψηλώνει, είναι γραφτό. Ποτέ δεν θα χαθεί!

Για να ’ναι τα έργα αθάνατα, πρέπει παλικαρίσια
να υψώνονται σπαθιά όλες οι κορυφές.
Τα λόγια να μη σκεπαστούν ποτέ από κυπαρίσσια.
Εθνικόν και μέγα μόνον το αληθές.

Γιοφύρια

«Οι ποιητές  κατοικούν έξω απ’ το φόβο» Νικηφόρος Βρεττάκος

 Ενώθηκαν οι πρόγονοί μας ποιητές
για να βγούμε εμείς στα παραθύρια;
Ενώθηκαν μαστόροι και μαθητές
μόνον έτσι στήνονται γιοφύρια.

Έφτασαν παντού με βαθιά καράβια.
Πώς να χωρέσει ο κόσμος στα ρηχά;
Άγρυπνοι μείναν πόσα βράδια;
Όταν σκύλος σε τριγυρίζει και αλυχτά…

Έσκαψαν βαθιά για να οχυρωθούμε εμείς.
Κάθε γράμμα μια κάννη με ένα λουλούδι.
Κάθε λόγος μια σταγόνα πηγής θερμής.
Ό, τι καίει, τέλος, γίνεται τραγούδι.

Δεν γνώρισα ποτέ τον πρωτομάστορα.
Ποτέ δεν είχα χρόνο για εκταφές.
Με λέξεις φτιάχνω φράγματα σαν το κάστορα.
Στους ποταμούς δεν γίνονται ανασκαφές.

Καιρός να στηθούν παντού γιοφύρια
να περάσουν τα περασμένα και τα ερχόμενα.
Οι λέξεις λάμπουν, γοητεύουν, τζοβαΐρια
δίχως αυτές πέφτουν γιοφύρια και τα επόμενα.

Οι ποιητές αγαπούν τους ποιητές
«όμοιος ομοίω αεί πελάζει»
Σοφός δεν γίνεσαι χωρίς μαθητές.
Δίχως συνέχεια το σκοτάδι δεν αλλάζει.

Και οι Διόσκουροι, αν θυμάμαι, ήταν θεοί του φωτός.
Ψάχναν στο άπειρο μ’ αφοσίωση για άγνωστες λέξεις.
Εντιμότητα, γενναιοψυχία, τόλμη που αναζητά κάθε θνητός
με ευγένεια και αρετή, να μπορείς να επιλέξεις.

Όταν περπατούν οι ποιητές δεν ακούγεται ήχος κανένας.
Η σιωπή, της σιωπής, ακούει ό, τι πεις.
Οι σοφοί, δεν ήταν ποτέ ένας!
Σοφά προχωρά, ένα παιδί που ονειρεύεται. Θα γίνει ποιητής!