Εμετο-μοντερνισμοί

(10-2000, Βήμα της Κυριακής)

του Μάριου Πλωρίτη

Θυμάστε τη ρήση : «Τρεις Εβραίοι άλλαξαν την αντίληψη για τον άνθρωπο. Αλλά ο καθένας τους τοποθετούσε το επίκεντρο της ζωής σε διαφορετικό μέρος του σώματος : ο ένας στην καρδιά, οι άλλος στο στομάχι, ο παράλλος λίγο παρακάτω. Ο πρώτος ήταν ο Ιησούς, ο δεύτερος ο Μαρξ, ο τρίτος ο Φρόϊντ».

Η εποχή μας το επιβεβαιώνει περίτρανα, συνδυάζοντας, αλλά και παραποιώντας, και τους τρεις : Η χριστιανική θρησκεία διαστρεβλώνεται από φανατικούς, δημαγωγούς και αρχικληρικούς. Η οικονομία μετατρέπεται σε όργανο τερατώδους εκμετάλλευσης ατόμων, λαών, περιβάλλοντος. Το σεξ ανάγεται σε πολύφερνο εμπορικό είδος.
Κανένα απ’αυτά τα φαινόμενα δεν είναι καινούργιο. Μόνο που η εποχή μας, εποχή των άκρων, τα έφτασε στο υπερθετικό (δηλαδή στο υπερ-αρνητικό). Αδίστακτα και αναίσχυντα. Ειδικά, μάλιστα, στον τομέα της «τέχνης», που θα μας απασχολήσει εδώ.

Γιατί η βία και το σεξ έχουν γίνει οι μέγιστοι «θεοί» του κινηματογράφου, της τηλεόρασης, ακόμα και του θεάτρου και της λογοτεχνίας, ιδιαίτερα στις αγγλοσαξονικές χώρες ;

Ενας από τους κυριότερους λόγους είναι ότι, εκεί, κυριαρχούσε, ως τα μέσα του 20ου αιώνα , ο καθωσπρεπισμός, η υποκρισία και ο πουριτανισμός… Και μόλις συγγραφείς, σκηνοθέτες, κοινό αποτίναξαν την δυναστεία της «ευπρέπειας» και της σεμνοτυφίας, «δόθηκαν ευτυχείς» και ακάθεκτοι στην προβολή και απόλαυση κάθε φραστικής και θεαματικής «τολμηρότητας». Που τέλος δεν έχει πιά. Τρώγοντας έρχεται η όρεξη, και το κοινό αποζητά όλο και περισσότερο αίμα, όλο και «ρεαλιστικότερες» ερωτικές περιπτύξεις.

Αναρωτιόμαστε ωστόσο : δεν χόρτασαν ύστερα από τόσες δεκαετίες ωμότητας και γυμνού «ερωτισμού». Χάρη στη μικρή και τη μεγάλη οθόνη, τα μάτια μας έχουν καταπλημμυρίσει από αίμα (δηλαδή τοματόζουμο), τ’αυτιά μας έχουν κουφαθεί από έσχατες αθυροστομίες, και δεν υπάρχει σχεδόν ταινία, σήριαλ, ακόμα και θεατρικό έργο, που να μην διανθίζεται με τις πιο ερωτικές πράξεις και στάσεις. Και οι παραγωγοί σκοτώνονται να ξεπεράσει ο ένας τον άλλον σε εφευρετικότητα και τόλμη.

Εφευρετικότητα και τόλμη, όμως, γύρω σε τι ; Γύρω σε πράξεις πασίγνωστες, που διαπράττονται δισεκατομμύρια φορές την ημέρα σ’όλα τα πλάτη της υφηλίου, και που δεν σηκώνουν πια άλλες ανανεώσεις και ποικιλίες ; ’Η λέξεις και φράσεις που μυριολέγονται και μυριοακούονται κάθε στιγμή;

Το «Θέατρο της σκληρότητας», που ευαγγελιζόταν ο Αρτό, μοιάζει σήμερα Παιδική Χαρά – και ο διαβόητος, άλλοτε, ινδικός ερωτικός οδηγός, το Κάμα Σούτρα, δεν έχει να προσφέρει γνώσεις ούτε σε παιδάρια του Δημοτικού…

Φυσικά, οι «δημιουργοί» ισχυρίζονται πως τα θεάματα αυτά «καθρεφτίζουν ή συμβολίζουν τον σημερινό κόσμο, όπου βασιλεύουν η απανθρωπιά, η καταπίεση και η ασέλγεια».

Αλλά, ω αγαθοί, ο κόσμος, σ’όλους τους αιώνες, δεν στάθηκε ποτέ ειρηνικός, αγγελικός, ανέραστος. Ηταν πάντα κοιλάδα δακρύων και κλίνη λαγνείας. Και οι συγγραφείς, σκηνοθέτες, κ.α. δραματοποιούσαν αυτές τις «χάρες» του, για να τις στηλιτεύσουν, να τις διακωμωδήσουν, να τις σαρκάσουν, να κάνουν την τέχνη τους ένα κάποιο επίγειο καθαρτήριο.

Σήμερα, όμως, η κατακλυσμική παρουσίασή τους αποτελεί αυτοσκοπό – η βία για την ηδονή της βίας, το σεξ για τον επιδεικτισμό του σεξ, η βωμολοχία για το γαργάλισμα της βωμολοχίας. Η «τέχνη» τους, αντί καθαρτήριο, δεν είναι παρά αποχωρητήριο.

Και η λοιμική αυτή γίνεται ακόμα πιο άθλια και αποκρουστική, όταν μολύνει σπουδαία έργα άλλων καιρών. Πασίγνωστα είναι τα παθήματα του Αριστοφάνη από τους νυν «ερμηνευτές» του. Και να’ταν μόνο οι κωμοδιογράφοι ; Οι δραματικοί συγγραφείς δεν ταλανίζονται λιγότερο.
Παράδειγμα : Στο φετινό Φεστιβάλ του Εδιμβούργου παρουσιάστηκε –και μάλιστα από το ιστορικό «Abbeu Theatre» του Δουβλίνου – το έργο «Βαρβαρικές κωμωδίες» του σημαντικού Ισπανού δραματουργού Ραμόν ντελ Βάλιε Ινκλάν (γνωστού εδώ από τα «ΘεΪκά λόγια» του, που παρουσίασε, πριν μερικά χρόνια, το Θέατρο Τέχνης).

Το έργο είναι οξύ, τολμηρό, σατιρίζει ήθη, έθη, έξεις και τάξεις. Παίρνοντας αμπάριζα απ’αυτό, ο Ισπανός σκηνοθέτης Calixto Bieito έστησε μια παράσταση τόσο «κτηνώδους σεξ και κακογουστιάς» (κατά την κριτική), που το μισό κοινό δραπέτευσε στο διάλειμμα και το υπόλοιπο πριν κλείσει η αυλαία.

«Κορυφαίες» σκηνές του ήταν ο ωμότατος και ατελεύτητος βιασμός μιας γυναίκας, ενώ ο αδελφός του βιαστή –νεοφώτιστος παπάς, παρεμπιπτόντως – προσπαθούσε να κάψει το πτώμα μιας γριάς συγγενούς του για να πουλήσει κόκαλά της, κοπανούσε το κεφάλι της μ’έναν σταυρό και, ερεθισμένος απ’το κατόρθωμά του, αυνανιζόταν ακατάσχετα. Στο σπορ αυτό, τον μιμείται και ένα κόρο από καλογέρους, που αυτοϊκανοποιούνται ομαδόν.

Αλλά και οι εικαστικές τέχνες δεν υστερούν. Ακόμα και η γεραρή και συντηρητική Βασιλική Ακαδημία του Λονδίνου φιλοξενεί εκθέσεις, όπου βασιλεύουν η φρίκη, η πρόκληση και η αηδία. Ένα απ’τα «καλλιτεχνήματα» λόγου χάρη παρουσιάζει μερικές κοπέλες που, αντί μύτες, έχουν τεράστιους φαλλούς και, αντί στόμα, γυναικεία γεννητικά όργανα. Ενας άλλος αρτίστας σερβίρει παιδικά παιχνίδια φτιαγμένα από κόπρανα ! Και πάει λέγοντας…

Δεν ξέρω αν τα έργα και τα θεάματα αυτά προκαλούν σε κάποιους, θαυμασμό ή, έστω, ερεθισμό. Σ’εμάς , το μόνο που προκαλούν είναι οργή και ναυτία. Οι δράστες τους μπορεί να ισχυρίζονται πως κάνουν «μεταμοντερνισμό». Στην πραγματικότητα , δεν κάνουν παρά εμετο-μοντερνισμό. Και το μόνο που τους πρέπει είναι ένας καμαρότος με το πτυελοδοχείο του για τους θεατές, και μια χωματερή για τα καλλιτεχνήματα.

Οσο για τους «καλλιτέχνες», μπορούν να καμαρώνουν πως βελτίωσαν τον Περικλή : φιλοκαλούν μετ’ευτελισμού των πάντων και φιλοσοφούν μετά μα… απεριγράπτου και απεριφράστου…

Και για να γυρίσουμε στους τρεις μεγάλους Εβραίους : Ποιος είχε περισσότερο δίκιο ; Την σήμερον ημέραν, η καρδιά του Ναζωραίου έχει γίνει μέγιστος κορβανάς, ιδιαίτερα για τους επί της Γης εκπροσώπους του, και το σεξ του Φρόϊντ έχει υψωθεί σε τεράστια πραμάτεια και ανεξάντλητο πακτωλό. Το οποίον, τα πάντα κυβερνιούνται τελικά από τις οικονομισιές.

Ο Αριστοτέλης άρχιζε τα Ηθικά Νικομάχειά του με τη φράση: «Κάθε τέχνη φαίνεται να αποβλέπει σε κάποιο αγαθό» («Πάσα τέχνη…αγαθού τινός εφίεσθαι δοκεί»). Εκείνος, λέγοντας «αγαθό» εννοούσε το καλό και ηθικά ωφέλιμο. Οι τωρινοί «τεχνίτες» εννοούν τα «αγαθά», ήγουν το αφθονότατο παραδάκι, που τρυγούν από τους κάθε λογής ηδονοβλεψίες.