Ευτράπελες ιστορίες

Ιστορίες από Θεσσαλία η πρώτη, από Μάνη οι άλλες τρεις

* Ενας  πούχε μεγάλες έγνοιες, πήγε κι έμασε τα καλαμπόκια του. Φόρτωσε το γάΪδαρο, ξέχασε όμως τα τσουβάλια ανοιχτά, και μπρος αυτός πίσω το ζωντανό, τόβαλε για το χωριό.

Στο δρόμο που πήγαινε, βλέπουνε από πάνω οι κάργες τα καλαμπόκια ανοιχτά, κατεβαίνουνε, κάθονται στο σαμάρι και τσιμπούσαν.

Εφαγε η μια, χόρτασε, έφυγε. Ηρθε η άλλη. Κάτι ένιωσε ο γάϊδαρος  γιατί η πλάτη του αλάφρωνε, ο νοικοκύρης όμως είχε το μυαλό του αλλού, και ούτε γύριζε να κοιτάξει.

Κάποτε φτάσαν στο χωριό, πάει να ξεφορτώσει τι να δει. Μόνο τα καλαμποκότσαλα είχαν απομείνει. Λέει στο γάΪδαρο.

«Τι έγινε το καλαμπόκι ;»

«Ξέρω γω ; Θα τόφαγαν οι κάργες».

«Και συ που τον είχες το νου σου γάΪδαρε ;»

«Στο κουβάλημα τον είχα».

«Γι’αυτό σε ταϊζω ;»

«Γι’αυτό».

Αναψε απ’το κακό του , κόβει ένα κλαρί κι αρχίζει να τον βαράει στον κώλο μανιασμένα κι έλεγε συνέχεια :

«Γι’αυτόο ;  Γι’αυτόο ; Γι’αυτόοοο ;»

Βλέπει ο γάΪδαρος την κατάσταση, του πατάει κι εκείνος μια κλωτσά τον σακάτεψε. Του λέει :

«Γι’αυτό»!

Κι έτσι σταμάτησε ο καυγάς, γιατί ο κώλος του γαϊδάρου είναι μαθημένος και σκληρός, ενώ του ανθρώπου ευαίσθητος.


 

Ητανε ένας και ζούσε συνέχεια στο βουνό, δεν ήξερε από κόσμο. Ο πατέρας του, κοσμογυρισμένος κείνος, αποφάσισε μία μέρα να τονε πάει στην πολιτεία να τον σεργιανίσει. Πήγανε, γυρίσανε σε διάφορα μέρη, ρώταε ο γιός τον πατέρα του ; τι’ναι τούτο, τι’ναι τ’άλλο* του απάνταγε ο πατέρας του –για όσα ήξερε, βέβαια.

Μέσα στα πολλά που βλεπε έβλεπε που βολτατζάρανε στους δρόμους της πόλης διάφορες τσούπρες. Και το παιδί πιο πολύ πρόσεχε κείνες. Ρωτάει το λοιπόν τον πατέρα του : «Τι’ναι τούτα πατέρα ;» για τις κοπέλες. «Τι’ναι τούτα ; Διαβόλοι, παιδί μου, διαβόλοι», του λέει ο πατέρας του.

Τελοσπάντων, τελειώσανε την περιδιάβασή τους, πήρανε τα μουλάρια, τα καβαλήσανε,, γυρίσανε στο βουνό. Κάτσανε να ξεκουραστούνε και κουβεντιάζανε.

«Τι σ’άρεσε απ’όλα καλύτερα, γιέ μου, από κείνα που είδαμε στην πολιτεία ;» τονε ρωτάει ο πατέρας του. «Οι διαβόλοι, πατέρα», του λέει κείνος.


 

* Μια φορά κάνανε προξενιό μία κοπέλα σε ένανε. Κουβεντιάσανε οι υποψήφιοι συμπέθεροι, τα βρήκανε, ορίστηκε, έγινε ο γάμος. Σα στεφανωθήκανε και κάτσαν στην πάντα τους, «ξέρεις άντρα μου», του λέει εκείνη, «δεν σου είπα, έχω ένα χούϊ». «Τι χούϊ ;» «Θα ιδείς». «Κι εγώ έχω ένα χουάκι», της λέει κι εκείνος. «Τι χουάκι;» «Κάτσε και θα ιδείς».

Δεν περάσανε τρεις μέρες, άρχισε κείνη να φωνάζει, να σπάζει, να κάνει χαλασμό μέσα στο σπίτι. «Να, αυτό είναι το χούϊ μου», του λέει. Τη βάνει το λοιπόν ο άντρας στο ματσούκι, της έδωσε να καταλάβει. Εφαγε της χρονιάς της !

Μμμ, δεν της άρεσε. «Αντρα μου», του λέει, «να κόψω εγώ το χούϊ μου και συ το χουάκι σου για να κάνομε χωριό. Είναι πιο καλύτερα έτσι».


 

* Ηταν ένας και πήγαινε κάθε μέρα στην εκκλησία του χωριού του κι έπαιρνε λεφτά από το παγκάρι. Πρώτα όμως ρώταε, τάχατέ μου, την Παναγία : «Παναγίτσα μου να πάρω ένα διφραγκάκι ;», τσίμπαε ένα δίφραγκο.

Τον παίρνουνε χαμπάρι στο χωριό, πάει μια μέρα ένας μάγκας, προτού μπεί ο κλέφτης στην εκκλησία, κρύφτηκε μέσα στο ιερό. Πήγε κείνος, στάθηκε μπροστά στο παγκάρι, άρχισε : Παναγίτσα μου, να πάρω ένα φραγκάκι ; Παναγίτσα μου, να πάρω ένα διφραγκάκι ;»

«Όχι!» του είπε με χοντρή φωνή κείνος από μέσα. Και ο κλέφτης χωρίς να τα χάσει : «Πάψε συ, ρε !» του λέει* «δε μιλάω εσένανε, μιλάω της μάνας σου !»

(οι ιστορίες της Μάνης είναι από τη σχετική λαογραφική ανθολογία του Γιάννη Μανιατέα)

Ξένες αστείες ιστορίες

*Ενας ταξιδιώτης που περπατούσε στην εβραΪκή συνοικία μιας πόλης, είδε μια βιτρίνα γεμάτη ξυπνητήρια, ρολόγια τοίχου και χεριού. Καθώς ήθελε να επισκευάσει το ρολόϊ του , μπήκε στο κατάστημα και είδε τον έμπορ, στον οποίο είπε την επιθυμία του.

«Λυπάμαι», του είπε ο έμπορος, «αλλά δεν μπορώ να κάνω τίποτα για σας».

«Γιατί ;»

«Γιατί δεν είμαι ωρολογοποιός».

«Δεν είστε ωρολογοποιός ;»

«Όχι. Είμαι ραβίνος ειδικευμένος στις περιτομές. Είμαι αυτός που κάνει τις περιτομές».

«Τότε λοιπόν», είπε ο άλλος, «αφού δεν είστε ωρολογοποιός, γιατί έχετε στη βιτρίνα σας όλα αυτά τα ρολόγια και τα εκκρεμή ; «

«Και τι θα ήθελες να έχω ;» του είπε ο ραβίνος.


*ΟΙ δυο γυναίκες του Νασρεντίν Χότζα τον ρώτησαν μια μέρα ποια αγαπάει περισσότερο.

Ο Χότζας βρέθηκε σε δύσκολη θέση. Απέφυγε να απαντήσει και είπε : «Και τις δυο σας αγαπάω το ίδιο. Με την ίδια θέρμη και το ίδιο πάθος».

Οι γυναίκες όμως δεν έμειναν ευχαριστημένες από την ομολογία αυτή.  Η δεύτερη που ήταν πιο όμορφη και πιο σκερτσόζα, είπε στο Χότζα : «Σκέψου πως είμαστε οι δυο γυναίκες μέσα σε μια βάρκα, και κάνουμε βόλτα στη λίμνη. Ξαφνικά έρχεται ένα κύμα, τουμπάρει τη βάρκα και πέφτουμε κι οι δύο στο νερό. Ποια από τις δύο θα τρέξεις να σώσεις πρώτη ;»

Ο Χότζας τα χρειάστηκε. Ζαβλακώθηκε κάμποση ώρα μπροστά σ’αυτή τη ρεαλιστική σκηνή. Τέλος, γύρισε το κεφάλι στην πρώτη γυναίκα του :

«Εσύ χανούμ, της είπε μαλακά, «θαρρώ πως ξέρεις λιγάκι κολύμπι, δεν είναι έτσι ;»


*Ενας άντρας με μυθικά πλούτη πέθανε. Μια μεγάλη πομπή ακολούθησε το φέρετρο στο κοιμητήριο.

Εκεί βρισκόταν ένας άντρας που έκλαιγε γοερά.

«Γιατί κλαίτε ;» τον ρώτησαν. «Είστε της οικογένειας ;»

«Όχι. Γι’αυτό κλαίω».