Η Ερω – Ο Στρατάκης

Του Μιχάλη Λεβέντη
(από το βιβλίο του «Των Ορατών και των Αοράτων», εκδόσεις Αρχονταρίκι)

Η Ερω

    «Ἔεερω!  Ἔεερω!» ἀκουγόταν τό πρῶτο πείραγμα, πού τό ἀκολουθοῦσαν ἀμέσως κι ἄλλα. Ὁ λόγος ἀφοροῦσε τή γυναίκα πού περνοῦσε ἀπό τό καφενεῖο τῆς κεντρικῆς πλατείας κρατώντας μιά μεγάλη τσάντα στόν ὦμο, ντυμένη ὅπως πάντα ἄθλια, κι ἔσερνε τό ταλαιπωρημένο μυαλό καί σῶμα της ποιός ξέρει γιά ποῦ.  Ἦταν ἄσχημη, λίγο κυρτή, ἀκαθόριστης ἡλικίας, ὅμως μ’ ἕνα παρελθόν διόλου εὐκαταφρόνητο: ἐρωτεύτηκε! Μάλιστα! Κι ἐρωτεύτηκε τόν  Ἔρρολ Φλύν στά νιάτα του, ὅταν τόν εἶδε μιά φορά στό πανί… κι αὐτό ἦταν.  Ἔρωτας κεραυνοβόλος! Καί ἀμοιβαῖος, καθώς ἰσχυριζόταν ἡ ἴδια.
    Οἱ νεαροί τῆς ἐποχῆς, πού δέν ξέρω πόσοι ἀπ’ αὐτούς ἀκόμη ζοῦν, κάθε φορά πού τή συναντοῦσαν, δέν ἔχαναν καιρό. Τῆς πέταγαν ἕνα «Ἔεερω!» ἔτσι, γιά νά τήν ἀκούσουν νά τούς βρίζει χυδαῖα. Τό στέκι τους ἦταν συγκεκριμένο –ἐκείνη τό γνώριζε– καί περίμεναν τήν ἐμφάνισή της πῶς καί πῶς. Δέν μπορεῖς νά φανταστεῖς πόσο τό γλεντοῦσαν, ὅταν τήν ἄκουγαν ν’ ἀνασύρει ἀπό τό ἀστείρευτο ὑβρεολόγιό της τίς πιό περίεργες, τίς πιό «χοντρές» λέξεις, πού θά ἔκαναν νά συστέλλεται καί τό πλέον ἀπύλωτο στόμα. Βλέπεις, οἱ μικρές κοινωνίες εἶναι συχνά πολύ σκληρές γιά τούς «κατώτερους» καί τούς περιθωριακούς. Ἡ ἀνθρωπιά καί ἡ συμπαράσταση, ὅταν ἐμφανίζονται, συνήθως εἶναι μόνο γιά τά ἰσότιμα μέλη τους.
    « Ἔρω», λοιπόν, ἀπό τό  Ἔρρολ. Τί ὡραία λέξη! Τί σπάνια λέξη, ὥστε νά ἔχει μείνει μέχρι τώρα στή θύμηση τῶν Ἐλευσινίων πού γνωρίσαμε τή γυναίκα, ταυτισμένη μέ τό πρόσωπο. Ὁ ἔρωτας, ὅταν δέν εἶναι ὁλόκληρος, προκαλεῖ τή λοιδορία, σκέφτομαι. Ἀλλά κι ὅταν εἶναι  ὁλόκληρος, ποῦ ὁδηγεῖ τελικά; ἀναρωτιέμαι.
    Ὅμως τό πρόβλημα εἶναι ἄλλο, κι ἄσε με νά σοῦ ἀφηγηθῶ ἕνα εὐτράπελο:  Ἦταν ἕνα ἀπόγευμα, ὅταν κάποιος ἀπό τήν παρέα πρότεινε, μόλις ἀνταμώσουν μέ τή γυναίκα, νά μήν τῆς μιλήσουν, νά μήν τήν πειράξουν, ἀλλά νά τήν ἀφήσουν νά περάσει ἥσυχα.  Ἔτσι, γιά νά δοῦν τήν ἀντίδρασή της.  Ὅπερ καί ἔγινε.
    Ἡ γυναίκα ἐμφανίστηκε, περπάτησε θαρραλέα μπροστά τους –ἦταν ὁ δρόμος της– καί δέν τῆς ἀπευθύνθηκε κανείς. Ἔπειτα προχώρησε κάποια βήματα ἀκόμη, γύρισε, τούς κοίταξε παραξενεμένη καί ξαναπέρασε. Τίποτε! Καμία ἀντίδραση! Ἡ  Ἔρω δέν μποροῦσε νά τό πιστέψει, πώς δέν θά τήν ἐνοχλοῦσαν. Καί ἐπέστρεψε γιά τρίτη φορά ἀπό μπροστά τους.  Ὅμως, ὅταν καί τώρα κανείς δέν τῆς μίλησε, ἀλλά ὅλοι ἔκαναν πώς δέν τήν ἔβλεπαν, ἔκαναν πώς δέν ὑπάρχει, δέν τό ἄντεξε.  Ἄνοιξε τό στόμα της καί τούς περιέλουσε μ’ ἕναν χείμαρρο ὕβρεων ἀκατονόμαστων, συνοδευμένων βέβαια καί μέ τίς ἀνάλογες χειρονομίες, μέσα σέ γέλια τρανταχτά καί πειράγματα πού δέν εἶχαν πιά οὔτε τέλος οὔτε ἔλεος.

    Ἡ  Ἔρω… Ποῦ νά βρίσκεται ἄραγε τώρα; Ποιός νά εἶναι ὁ κόσμος της;  Ἔχω ἀπό καιρό μιά εἰκόνα μέσα μου γιά τόν παράδεισο που θά τήν περίμενε. Μιά εἰκόνα πού ἔχει ζωή καί ἀπό κάπου ξεκινᾶ, συνεχίζει καί μετά σταματᾶ, ὅλο αὐτό ὅμως σέ μιά μόνο στιγμή.
    Νά περπατάει, λέει, στήν ἔρημο, νά σέρνεται στήν ἄμμο –ὅπως ἔρημος ἦταν ἡ ζωή της, γεμάτη βάσανα– καί ξαφνικά μπροστά της νά ἐμφανίζεται μιά ὄαση μέ φοίνικες. Μαυρόασπρη ὄαση, μαυρόασπροι φοίνικες. Ἡ μουσική, ἀπ’ τό πιανάκι τοῦ βωβοῦ κινηματογράφου, νά γυρίζει στό βάλς. Κι ἐκεῖ, μέ στολή καί κάσκα Ἄγγλου ἐξερευνητῆ, νά τήν περιμένει ὁ ἀγαπημένος της  Ἔρρολ Φλύν, πού τήν κοιτάζει μέ λατρεία στά μάτια. Κι αὐτή ἡ σκηνή νά γράφει κάτω κάτω: THE END. Τό τέλος.
    Λοιπόν, ἀντικατοπτρισμός ἤ ἀλήθεια, νομίζω πώς αὐτός πρέπει νά εἶναι ὁ παράδεισος τῆς  Ἔρω, καλή της ὥρα καί τίς βρισιές της νά ’χουμε, δῶρο καί βάλσαμο γιά τή φτωχή μας μνήμη.

 

Ο Στρατάκης

    Θυμᾶμαι ἀκόμη πού σοῦ πέταξα ἀπό μακριά ἕνα μανταρίνι, αὐτό σέ βρῆκε στό κεφάλι καί σύ ἔβαλες τά κλάματα. Τρόμαξα κι ἔνιωσα νά πιάνεται ἡ ἀνάσα μου. Δέν ἤθελα νά σέ πονέσω. Βλέπεις, δέν εἴχαμε πολλές εὐκαιρίες νά σέ βλέπουμε στίς παρέες μας ἔξω στόν δρόμο, καί δέν μοῦ ἄρεσε νά σέ χάσω.
    Τόν χειμώνα πού ἀκολούθησε, ξεχείλισε ὁ Σαρανταπόταμος. Τά νερά του πλημμύρισαν ἕνα μεγάλο μέρος τῆς Ἐλευσίνας κι ἔφτασαν ὥς τίς γραμμές. Ἐκεῖ σταμάτησαν, ψηλά ἕνα μέτρο, κι ὅπως κατέβαιναν γιά τή θάλασσα, παρέσερναν ὅ,τι μποροῦσες νά φανταστεῖς: ζῶα, ἔπιπλα, σκουπίδια, θλίψεις καί φόβους πάσης λογῆς…
    Ἀνεβήκαμε μέ τά σεντόνια στίς ταράτσες – τά κάναμε σχοινιά καί σκαρφαλώσαμε. Δέν σκεφτήκαμε πώς, σάν ἔφτανε τό νερό στά σίδερα τοῦ τραίνου, θά περνοῦσε ἀπέναντι καί δέν θά κινδυνεύαμε. Ὁπότε πήραμε κάτι γιά τίς πλάτες μας καί σταθήκαμε νά τό κοιτάζουμε ἀσφαλεῖς. Τό θέαμα ἦταν μοναδικό· νερό καφέ, νερό σκοῦρο καί ἄγριο, νά γυαλίζει παράξενα μέ τίς ἀστραπές καί νά παραμορφώνεται. Ἐκείνη τή νύχτα οἱ γείτονες μονοιάσαμε πιό πολύ ἀπό ποτέ.
    Ἐγώ καί ἡ ἀδελφή μου δέν κρυώναμε. Ἡ μάνα μᾶς εἶχε ρίξει ἀπό μιά χοντρή κουβέρτα κόκκινη στίς πλάτες καί δέν νιώθαμε τό κρύο πού περόνιαζε. Ἐσένα ὅμως ἡ δική σου μάνα σέ εἶχε σκεπάσει μόνο μ’ ἕνα σεντόνι λευκό καί τουρτούριζες. Μᾶλλον βιάστηκε καί δέν πρόλαβε ν’ ἀνεβάσει μαζί της κάτι ἀκόμη γιά τίς πλάτες σου.
    Ἐγώ καί ἡ ἀδελφή μου, λίγους μῆνες μετά, μάθαμε πώς εἶχες καρκίνο καί θά ᾽φευγες. Κι ἐπειδή, λόγω φτώχειας, δέν μπορούσαμε νά σοῦ δώσουμε κάτι ἀκριβό γιά τ’ ἀδύναμα χέρια σου, σοῦ φέραμε τίς πλαστελίνες μας. Καί τήν πρώτη φορά, καί τή δεύτερη. Πλαστελίνες χρωματιστές, γιά ν’ ἀνοίγεις καί νά πλάθεις τά ὄνειρα των χρωμάτων σου. Καί κάναμε πώς δέν ἀνησυχούσαμε πού ἔκλαιγες, ἀφοῦ πονοῦσες. Καί κάναμε πώς τό λίγο φῶς τοῦ δωματίου σου καί τῶν ματιῶν σου δέν σκότιζε τά δικά μας μάτια. Καί κάναμε σάν νά ἐπρόκειτο νά ζήσεις, ὅπως ἐμεῖς.
    Πού σήμερα, καλέ μου, πενήντα ἕξι χρόνια μετά, δέν ξέρω πῶς θά ἤσουν στή διαδρομή σου κι ἄν θά μποροῦσες ἔτσι εὔκολα νά γίνεις ἄγγελος φωτός, ἐσύ πού μόλις ἑπτά χρόνια μύρισες τή γῆ καί μετά μυρώθηκες. Δέν ξέρω πῶς θά ἤσουν σήμερα ἔξω καί μέσα σου, ἀλλά πῶς ἤσουν κάποτε καί πῶς θά παραμείνεις στόν αἰώνα μοῦ εἶναι γνωστό· πιό γνωστό κι ἀπ’ τή δική μου φθαρτή μορφή καί ὕπαρξη, πού πάντοτε ἀλλάζει καί πουθενά δέν στέκεται.