Η Κασσιανή αλλιώς…

Γράφει η Μάρω Βαμβουνάκη (συγγραφέας)

Tην ιστορία της Κασσιανής μου την πρωτοδιηγήθηκε η γιαγιά μου στα Χανιά και με καταγοήτευσε. Ήμουν περίπου έντεκα-δώδεκα χρονών. Η γιαγιά μου που διάβαζε τα πάντα και λάτρευε τις ακολουθίες στην εκκλησία, μπορούσε να σου διηγείται μια υπόθεση πειστικότατα. Παραστατικότατη, έβαζε δραματικούς τόνους όπου νόμιζε, σχολίαζε ανάμεσα στη διήγηση τις συμπεριφορές των ηρώων σαν χορός αρχαίας τραγωδίας, ή σαν τον ποιητή ενός μεσαιωνικού δρώμενου.

Θυμάμαι πόσο θύμωνε όταν μου εξιστορούσε τον Ερωτόκριτο και ξαναθυμόταν τη σκληρόκαρδη στάση του απέναντι στην βασανισμένη, φυλακισμένη Αρετούσα… Τον έβριζε που δεν την λυπήθηκε μετά από όσα τράβηξε εκείνη για τα μούτρα του, βάφτηκε μαύρος και πήγε να της ανακοινώσει πως στη μάχη ο Ερωτόκριτος πέθανε. Λες και δεν είχε η έρμη αποδείξει σε αυτό το τέρας πόσο τον αγάπησε!

Μα και στην ιστορία της Κασσιανής θύμωνε πολύ με τον Θεόφιλο. Με τη δειλία του να μην της προσφέρει το χρυσό μήλο στα καλλιστεία του παλατιού προκειμένου να επιλέξει μέλλουσα αυτοκράτειρα. Την θεώρησε πολύ έξυπνη και δυναμική για τα μέτρα του, κι ενώ ήδη την είχε ερωτευτεί, την παρέκαμψε ο εγωιστής και έδωσε το χρυσό μήλο στην ήσυχη Θεοδώρα. Το πλήρωσε βέβαια ακριβά και σύντομα. Μετάνιωσε, του έλειπε η ωραία, έξυπνη Κασσιανή, και πέρασε του λιναριού τα πάθη για να τη συναντά κρυφά στο μοναστήρι που κατέφυγε ισόβια εκείνη.

Καλά να πάθει, αλλά τι έφταιγε η εξαιρετική κοπέλα; Τι  έφταιγε και η πανέμορφη αγνή κόρη η Αρετούσα; Για τη γιαγιά μου οι γυναίκες, στους αιώνες των αιώνων, υπήρξαν θύματα των αντρών. Γιατί κατ΄ αυτήν οι άντρες είναι το πιο ανώριμο, ανόητο φύλο. Δεν μεγαλώνουν ποτέ, κάνουν το ένα καταστροφικό λάθος μετά το άλλο, και έχουν από πάνω την εξουσία της γης στά χέρια τους. Γι΄ αυτό ο κόσμος πάει από το κακό στο χειρότερο, γι΄ αυτό και εξ αιτίας τους δεν θα δούμε Θεού πρόσωπο.

Την πείραζε πάντα που στις αρχές του περασμένου αιώνα όταν παντρεύτηκε τον πανύψηλο παππού μου -εκείνη ήταν κοντούλα, φιλάσθενη και μικροκαμωμένη- αναγκάστηκε να λάβει το δικό του όνομα Παυλάκης, ενώ δεν επιτρεπόταν να κρατήσει το αγαπημένο πατρικό της το Ξενουδάκη. Μέχρι το τέλος της έζησε μ΄ αυτόν τον καημό.

Όμως τέτοιες πασχαλινές μέρες επιστρέφαμε στον καημό για την Κασσιανή και στον φοβιτσιάρη κομπλεξικό αυτοκράτορα. Ξαναζούσε το άτυχο ειδύλλιο, έκλαιγε στην εκκλησία της Τριμάρτυρης όταν τη Μεγάλη Τρίτη έψαλλαν για την εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή, ανακουφιζόταν όταν ξαναέλεγε πως επιτέλους τον παράτησε κάποια νύχτα εκείνη, η μεγάλη ποιήτρια μοναχή, και του έκοψε τον αέρα να πηγαίνει παντρεμένος και να τη βρίσκει στον κήπο του μοναστηριού της μετανοίας της.

Ξαναδάκρυζε φτάνοντας στο τέλος του βίου τους, όταν ο Θεόφιλος πέθαινε και κάλεσαν την Κασσιανή να πάει για να αποχαιρετιστούν. Θαύμαζε την αξιοπρέπεια της ισοβίως απατημένης αυτοκράτειρας Θεοδώρας, που η ίδια αυτοπροσώπως κάλεσε την ηγουμένη πια Κασσιανή. Που πήγε σε άλλη αίθουσα των ανακτόρων ώστε να αφήσει μόνο του το τέως παράνομο ζευγάρι.

Λέγονται διάφορα για την βυζαντινή ιστορία, δεν ξέρω πόσο είναι έτσι ή αλλιώς η βιογραφία της Κασσιανής, αλλά εμένα η εκδοχή της γιαγιάς μου πολύ μου αρέσει! Πάντα έτσι την αισθάνομαι όταν πηγαίνω τη Μεγάλη Τρίτη στην εκκλησία για να ακούσω το διάσημο Τροπάριο.

Και αχ γιαγιά!.. Πάντα γενναία ήσουν, πανέξυπνη, πρωτοπόρος, ελεύθερη. Οι γυναίκες πια μπορούν να κρατούν και μετά τον γάμο το πατρικό επώνυμό τους, αλλά δεν ξέρω αν κατά τα λοιπά άλλαξαν και πολλά στα γεγονότα των ανθρώπων, των σχέσεων, των ζευγαριών, των χαμένων ερώτων…