Η υπέροχη απολογία του Μάριου Πλωρίτη

(η γενναία και σχεδόν… αποχαιρετιστήρια ομιλία -παρακαταθήκη του στην ΕΣΗΕΑ, στην εκδήλωση προς τιμήν του, που έκανε το Μορφωτικό Ιδρυμά της στις 14 -02-2000)

    Θα κάνω μια απολογία. Ανήκω σε μια γενιά που είχε την τύχη και την ατυχία να ζήσει τις μεγαλύτερες περιπέτειες της χώρας μας στον 20ο αιώνα. Πολέμους εξωτερικούς κι εμφύλιους, διχασμούς, κατοχές, εθνικές καταστροφές. Είπα και ατυχία αλλά και τύχη επειδή εκείνα τα φοβερά και μεγάλα χρόνια στάθηκαν ανεπανάληπτο σχολείο για όσους τουλάχιστον ήθελαν να διδαχθούν.
    Μέσα στον πόνο και το αίμα, μέσα στις εξάρσεις και τις καταβαραθρώσεις, τις ελπίδες και τις οικτρές διαψεύσεις, τα οράματα και τις οδυνηρές προσγειώσεις σφυρηλατήθηκαν οι αντοχές και οι αντιστάσεις μας. Μέσα στις Συμπληγάδες των καιρών συνειδητοποιήσαμε ποιά είναι, ποια δεν πρέπει να είναι και ποια μπορεί να είναι η μοίρα αυτού του τόπου.

    Εκείνα τα χρόνια κι όχι μόνο είχαμε την αίσθηση πως η Ελλάδα είναι ένα ξυλάρμενο καράβι που δέρνεται απ’όλους τους ανέμους. Και το χειρότερο δεν μπορούσε να πετάξει στη θάλασσα τη σαβούρα του γιατί αυτή η σαβούρα αντί να του δίνει σταθερότητα, ροκάνιζε τα στεγανά του και το βούλιαζε ακόμα πιο πολύ. Ηταν μια σαβούρα απο δουλείες, υποτέλειες, εξαρτήσεις, εκμεταλλεύσεις, δημαγωγίες, εξαπατήσεις.
    Το πρόβλημα για όλους ήταν και είναι πάντα πρόβλημα επιλογής και στάσης…Να βολευτείς με τη σαβούρα ή να πασχίσεις να τη δεις, να τη δείξεις και να τη καταγγείλεις. Να γίνεις ένα μ’αυτή ή να συνταχτείς μ’εκείνους που τολμούν να την πολεμήσουν. Να σωπαίνεις φρόνιμα και με το αζημίωτο ή να μιλάς ξέροντας πως θα σε πουν συχνά άφρονα και θα σε κατατρέξουν.

    Δεν χρειάζεται να πω ότι ο ρόλος του Τύπου είναι εξορισμού η αγρυπνία, η παρρησία, το φραγγέλιο, του σωστού Τύπου βέβαια. Γιατί υπάρχει και παραυπάρχει κι ο άλλος, ο Τύπος που αντί να δείχνει τα έλκη τα κρύβει, αντί να αφυπνίζει ναρκώνει, αντί να διαμορφώνει πολίτες φτιάχνει αθύρματα της εξουσίας, των συμφερόντων, των εκμεταλλευτών. Αυτός είναι τύποις Τύπος, στην πραγματικότητα είναι κακέκτυπος και κακοποιός.
    Μίλησα πριν για το μεγάλο σχολείο της πολυώδυνης εκείνης εποχής. Οταν άρχισα κι εγώ νεαρός να γράφω στον Τύπο μπήκα σ’ενα άλλο ειδικό σχολείο. Εκείνα τα μετακατοχικά χρόνια οι εφημερίδες είχαν μόλις τέσσερις σελίδες τις καθημερινές και την πολυτέλεια τις Κυριακές έξι-οκτώ. Ασφυξία ; Όχι, γιατί αυτή η στενότητα χώρου μας έμαθε κάτι πολύτιμο όχι μόνο για τη δημοσιογραφία αλλά και για κάθε είδος γραφής. Να γράφουμε όσο περισσότερα γίνεται με όσο λιγότερα λόγια. Να επιλέγουμε το καίριο, το ουσιώδες και να το διατυπώνουμε με τη μέγιστη δυνατή βραχυλογία αλλά και τη μέγιστη σαφήνεια.
    Εχει ειπωθεί πως η σαφήνεια είναι η ευγένεια των συγγραφέων και των φιλοσόφων. Θα έλεγα πως είναι πρωταρχικό χρέος τους. Το όποιο κείμενο αυτοπροδίνεται, αυτοαναιρείται όταν αποτελεί βάθρο ναρκισσισμού, επιδειξιομανείας, κενολογίας, αδολεσχίας του συντάκτη του και βασανισμού του αναγνώστη, που ιδροκοπά να καταλάβει τις μεγαλόστομες θολούρες.
    «Ο,τι μπορεί γενικά να ειπωθεί, μπορεί να ειπωθεί με σαφήνεια» λέει ένας καθόλου εύκολος φιλόσοφος, ο Βιτγκενστάϊν. Και για όσα δεν μπορείς να μιλήσεις, καλύτερα να σωπαίνεις. Αυτή η σιωπή είναι η μεγαλύτερη ευγένεια κι ευεργεσία για τους αναγνώστες.

    Αυτό μας φέρνει σ’ενα άλλο σχολείο, τη γλώσσα. Ο Τύπος, τα ΜΜΕ δεν είναι σχολείο μόνο για τους αναγνώστες, τους ακροατές, που εκεί μαθαίνουν, δηλαδή πρέπει να μαθαίνουν τη χρήση της γλώσσας τους, τη σωστή χρήση. Είναι σχολείο και γι αυτούς που γράφουν στον Τύπο ή μιλούν στη μικρή οθόνη. Αυτοί πρώτοι έχουν χρέος να γνωρίσουν τη δομή και τον πλούτο της γλώσσας και να τη γνωρίσουν και στους άλλους. Αν δεν είναι αυτοί καλοί μαθητές δεν μπορούν να γίνουν καλοί δάσκαλοι αφού εξ ορισμού είναι δάσκαλοι.
    Οσα χρόνια κι αν πέρασαν, που ταλαιπωρώ το άσπρο χαρτί, δεν παύω να ανακαλύπτω όλο και περισσότερους θησαυρούς αυτού του πανάρχαιου και πάμπλουτου γλωσσικού οργάνου. Κι αυτή η ατέρμονη ανασκαφή δίνει ηδονή και δύναμη.

    Η γλώσσα είναι η τροφός μας, είναι το σπίτι μας. Οταν την κακοποιούμε, την ευτελίζουμε μένουμε άστεγοι, πένητες και πειναλέοι. Και το χειρότερο καταδικάζουμε και τους άλλους αναγνώστες, ακροατές, στην προσφυγιά, τη λιμοκτονία, την ευτέλεια. Κι αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τη γλώσσα μας, που είναι η κιβωτός της ιστορίας μας, της ιστορίας του τόπου και του λαού μας. Το απόσταγμα από τις δοκιμασίες, τους πόνους και τις κατακτήσεις αιώνων και αιώνων.
    Επειτα αυτή η γλώσσα μας χειραγωγεί στο άλλο μέγιστο σχολείο, την γραμματεία μας, την αlma mater του πολιτισμού. Αυτήν δεν την κακοποιούμε, απλούστατα την αγνοούμε συνήθως. Σα να βρισκόμαστε πλάϊ σε γλυκόλαλη πηγή κι όμως δεν απλώνουμε το χέρι να ξεδιψάσουμε στα νάματά της, νάματα σοφίας, κοσμογνωσίας, ανθρωπογνωσίας αλλά και μέγιστο δίδαγμα έκφρασης ελεύθερης, ευθύβολης, αρμονικής…

    Κι αφού η σημερινή βραδιά είναι κατά κάποιον τρόπο,όπως το είπα, προσωπική απολογία, θα προσθέσω ένα ακόμη σχολειό μου, το θέατρο.
    Αν έμαθα κάτι τόσα χρόνια που το υπηρετώ, είναι τούτο: Το θέατρο δεν είναι μίμηση σχημάτων, στάσεων, κραυγών αλλά σπουδή και προσπάθεια ερμηνείας του ανθρώπινου μυστικού λαβυρίνθου. Γι’αυτό εκεί, όπως και σε κάθε τέχνη, ωραίο δεν είναι το φανταχτερά όμορφο αλλά το βαθιά γνήσιο. Δραματικό ή κωμικό δεν είναι το δακρύβρεκτο ή το αστείο αλλά η ουσιαστική ανάπλαση της τραγικοκωμωδίας που είναι η ζωή όλων μας κάθε στιγμή.
    Αληθινός καλλιτέχνης είναι αυτός που αυτοπυρπολείται επάνω στη σκηνή – δραματικά ή φαιδρά κάνει το ίδιο – για να μεταδώσει κάποιες σπίθες από τη δική του πυρά στους θεατές, γαλβανίζοντας τη δική τους ευαισθησία κι αποσπώντας τη μέθεξη και τη συμπάθειά τους.
    Αυτή η όσμωση, αυτό το μαγνητικό ρευστό ενώνει τους παρόντες παλλόμενους ανθρώπους της σκηνής με τους παρόντες ανθρώπους της πλατείας και τους κάνει να πάλλονται στον ίδιο κυματισμό. Κι αυτό κανένα ηλεκτρονικό μέσο δεν μπορεί να το αντικαταστήσει. Είναι το μεγάλο και μοναδικό όπλο του θεάτρου που όλες οι τεχνολογίες δεν θα καταφέρουν να το στομώσουν.

    Απ’όσα είπα, θα καταλάβατε πως, όσα χρόνια κι αν πέρασαν κι όσο κι αν άσπρισαν τα μαλλιά μου –ποιά μαλλιά δηλαδή, τελοσπάντων- είμαι και μένω αιώνιος μαθητής και χαίρομαι γι’αυτό. Μόνο αν μαθητεύεις αδιάκοπα μπορείς να φτάσεις σε κάποια γνώση και προπάντων αυτογνωσία. Επειτα αυτό κρύβει και κάποια υστεροβουλία. Οσο είσαι μαθητής μένεις κάπως νέος, όταν νομίζεις πως ξεσκόλισες γίνεσαι αναπότρεπτα απόμαχος και πας για το Πρυτανείο ή το Μερόπειο.
    Είπα μαθητής, ωστόσο δεν θέλω να τελειώσω, χωρίς να αναφερθώ σ’ένα άλλο σκέλος της πολυτεχνίας μου, τη διδασκαλία. Τόσο στις δραματικές σχολές παλιότερα όσο και στο πανεπιστήμιο τώρα, οι ώρες αυτές της επαφής με τους φοιτητές είναι η πηγή μιας άλλης αγαλλίασης. Επειδή κι εκεί ξαναμαθητεύεις – κι όσοι είναι δάσκαλοι εδώ το ξέρουν πολύ καλά – όσο προσπαθείς να μεταδώσεις στους νέους κάποιες γνώσεις ειδικές ή γενικές, μαθαίνεις κι εσύ.
    Μαθαίνεις από το φρέσκο τρόπο που σκέφτονται, μαθαίνεις τα προβλήματα και τις αγωνίες των νέων αυτών ανθρώπων του λαού μας, μαθαίνεις αυτή τη βιωτική τέχνη της επικοινωνίας, της συνεννόησης, της κατανόησης και μάλιστα ανθρώπων ,που είναι ακόμη άφθαρτοι, διψαλέοι, οραματικοί. Και φυσικά γίνεσαι λίγο συνομήλικός τους. Πάλι υστεροβουλία βλέπετε.

    Αγαπητοί φίλοι τούτη την ώρα αναπολώ όλους εκείνους που γνώρισα, μαθήτευσα, συνεργάστηκα μαζί τους –πολλοί δεν υπάρχουν δυστυχώς πιά – συγγραφείς, δημοσιογράφους, εκδότες, καλλιτέχνες, συνοδοιπόρους. Δεν αναφέρω κανένα όνομα, ο κατάλογος θα ήταν πολύ μακρύς – αλλά υπάρχει ζωντανός μέσα μου. Θέλω να πω μόνο, πόσο τους ευγνωμονώ για τη φιλία τους, τη συμπαράστασή τους, τη διδαχή τους…
    Ψηλαφίσαμε μαζί αυτόν τον αγαπημένο τόπο και λαό με τις άπειρες χάρες του αλλά και τις πολλές αναπηρίες του. Μαζί τους είδα κι έμαθα, πόσα πολλά πρέπει να κάνουμε, πόσα πολλά μπορούμε να κάνουμε κι έχουμε κάνει με τεράστιους μόχθους, αλλά και πόσο εύκολα μπορούμε ξαφνικά να τα τινάξουμε στον Καιάδα πέφτοντας κι εμείς μαζί βέβαια. Ας ελπίσουμε πως ήρθε η ώρα να επιχωματώσουμε αυτό το βάραθρο.

    Οσο για μας τους γραφιάδες, οι καιροί θα δείξουν αν γράφουμε πάνω στην άμμο και φυσήξει κάποιος μπάτης και πάρει τη γραφή, ή αν γράφουμε πάνω σε ξύλινα πινάκια όπως τον καιρό του Ομήρου, που τα ρίχνανε στη θάλασσα για να τα μαζέψουν κάποιοι καλοί ψαράδες και να τα φυλάξουν ή να τα ξαναρίξουν στα κύματα.
    Αγαπητοί φίλοι, καμιά τιμή, απ’όποια πηγή όσο υψηλή κι αν είναι, δεν έχει τόση αξία όσο η τιμή που σου κάνουν οι συντεχνίτες σου, οι συμμαχητές, οι φίλοι σου, οι συνάδελφοι. Κι αυτήν μου την προσφέρατε απλόχερα απόψε. Σας ευχαριστώ μ’όλη μου την καρδιά.