Κυκλαδίτικη ανθρωπιά παλαιών πασχαλινών καιρών

Με ανοιξιάτικα βήματα ο χρόνος κυλάει ολοταχώς προς τη Μεγάλη Εβδομάδα. Χιλιάδες κάτοικοι του λεκανοπεδίου θα «δραπετεύσουν» για μια ολιγοήμερη ανάσα στη φύση μπαΪλντισμένοι και θολωμένοι απο την κρίση.

Μ’ένα μικρό αφήγημα που έχει νησιώτικη κελαρυστή γραφή και προπασχαλινή ατμόσφαιρα θυμίζοντας την ανθρωπιά και καλοσύνη απλών κι αγράμματων ανθρώπων τα χρόνια του ‘50 κι ’60, θέλουμε να σας ευχηθούμε «Καλό Πάσχα» και «Καλή Ανάσταση».

Πρόκειται για τη  μικρή ιστορία «Η κυρα Λένη» που διαδραματίζεται στην Ανω Σύρο και περιλαμβάνεται στη συλλογή αφηγημάτων της Λουκρητίας Δούναβη «Φωνές του σώματος» (εκδόσεις «Εστία»).

Ο μπάρμπα Νικόλας, πλανόδιος μανάβης, είχε το σέβας ολονών, γιατί ήταν απονήρευτος, μα και καλοσυνάτος. Φόρτωνε απο το χάραμα τα καφάσια του γαδάρου του με ό, τι ύπαρχε, κάθε πράμα στον καιρό του, χόρτα, κρομύδια, πατάτες, ζαρζαβατικά ολόφρεσκα, που ήτανε για στόλισμα στο βάζο. Εκειδά, στο έμπα του χειμώνα τα μανταρινοπορτόκαλα και του καλοκαιριού αρχή αρχή τ’αγγούρια, οι ντομάτες, τα καϊσια και τα ποπόνια, που με τη μυρωδιά τους ησπούσανε τη μύτη…

Ο μπάρμπα Νικόλας για τα βερεσέδια τεφτέρι δεν βαστούσε, τριγύρναγε μ’ένα μολύβι στ’αυτί και τα’γραφε μ’αυτό στο κάτασπρο ντουβάρι του κάθε σπιτιού που του χρώσταγε. Πρόσεχε νά’ναι το μέρος σκεπανό απ’τη βροχή να μη μουτζαλωθούνε.

Τότες ύπαρχε μπέσα και φιλότιμο. Κανένα χέρι δεν τ’αγγούσε. Πριν τη Λαμπρή ασπρίζανε τα σπίτια, για να βαστάνε παστρικά στην εορτή του Αι-Γιωργιού ακόμα και της ‘Αγιας Δωριάς, που θα περνούσε η λιτανεία. Τα βερεσέδια κλείνανε σε κύκλο στο ντουβάρι, μη λάχει με το ασβέστωμα και λερωθούνε.

Η κυρά – Λένη με τέσσερα παιδιά απόφευγε να τα κοιτάζει, γιατί ‘τανε πολλά τα μαζεμένα. ‘Οποτε τα θυμούντανε, ηπαραλούσε η καημένη. Ξενόπλενε ολημερίς σε πλούσια σπίτια και τα ασπρόρουχα στα χέρια της γινούντανε κουκούλια.

Στην Κατοχή, που ήχασε τον άντρα της, για να τα βγάλει πέρα, χήρα γυναίκα με τόσοι νοματαίοι, ό, τι σανίδι είχε το σπίτι της το πούλησε και πορπατούσανε στο χώμα. Ξήλωσε τα πορτοπαράθυρα, γδύμνωσε το κατώΪ, κρέμασε σεντόνια στα ανοίγματα, για να μη βλέπουνε οι απόξω τους απομέσα κι έτσι σωθήκανε απο την πείνα(…)

Πριν των Βαγιών την έπιασε σεκλέτι την κυρά Λένη . Οσο τρενάριζε το άσπρισμα, δεν τσε κολλούσε ύπνος. Κι άμα λαγοκοιμούντανε, ο ύπνος ήταν άσκημος, ένεκα τα χρωστούμενα. Τη μεγαλοβδομάδα πήρε τη μεγάλη απόφαση. Αφού ηκαρατάρησε την ώρα του μανάβη, κι όπως χοχλάκιζε στον τενεκέ το σβήσιμο του ασβέστη, γλήγορα γλήγορα, για να μην το μετανιώσει, βουτάει τη βούρτσα μέσα και χλαπ, σβήνει μεμιάς τα βερεσέδια. Υστερα κοντοστάθηκε, την έπιασε ντροπή.

Ο μπάρμπα –Νικόλας κοίταζε και ξανακοίταζε όλα της τα ντουβάρια, τα βερεσέδια πουθενά.

«Βρε κυρά-Λένη, αν θυμάμαι καλά, εδωνά δεν είχα γράψει τα χρωστούμενα ;»

«Το δίκιο είναι με το μέρος σου. Μέσα στη φούρια, για να προκάνω τις δουλειές, μου ξέφυγε η βούρτσα, ντρέπομαι, συχώρα με», κι έσκυψε το κεφάλι.

«Μπας και θυμάσαι πόσα ήτανε ; Τουλάχιστο τη σούμα».

«Ο, τι και να πώ, ψέματα θά’ναι» είπε και δέθηκε κόμπος η λαλιά της.

«Μήτε κι εγώ, και για να μη σε αδικήσω, πιο καλά έχω να τα παραλείψομε. Και τώρα πες μου δα, μέρες που έρχονται, τι θες να πάρεις στα παιδιά σου ;»

Η κυρά-Λένη σήκωσε για μια στιγμίτσα το κεφάλι, κι ο μπάρμπα-Νικόλας ίσα που πρόκανε να δει δυο δάκρυα που σκάλωναν στα μάτια τα μεγάλα της.