«Λίγες και μια νύχτες» του Ισίδωρου Ζουργού

Νύχτες μαγικές, ονειρεμένες…

Eίναι το καλύτερο ελληνικό μυθιστόρημα που έχει γραφτεί τα τελευταία χρόνια αγγίζοντας τα όρια του λογοτεχνικού αριστουργήματος.

Ο θεσσαλονικιός δημιουργός του Ισίδωρος Ζουργός, που εργάζεται ως δάσκαλος κι έχει ήδη δώσει στο παρελθόν σημαντικά δείγματα της πεζογραφικής του δεινότητας («Η αηδονόπιτα», «Στη σκιά της πεταλούδας», «Ανεμώλια»)  δικαιούται επάξια μια θέση ανάμεσα στα σύγχρονα κορυφαία ονόματα της ευρωπαϊκής αλλά και παγκόσμιας λογοτεχνίας.

Υπερβολικός ο συνήθως μετριοπαθής vidalart ;  Γράφει συνήθως καλά λόγια για  ό, τι τον  συγκινεί και τον ταξιδεύει στην καρδιά και το μυαλό, αλλά κι όχι έτσι, ίσως πουν κάποιοι.

Το πεντακοσίων πενήντα σελίδων καινούργιο μυθιστόρημά του Ζουργού  «Λίγες και μια νύχτες» (εκδόσεις Πατάκη) είναι μια γερή απόδειξη.  Εχει μάλιστα μια λεπταίσθητη συγγενική σχέση με το μυθιστόρημα του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες «Ο έρωτας στα χρόνια της χολέρας» και διαβάζεται εξίσου με την ίδια απόλαυση (διαθέτει και λίγο… άρωμα από τη θρυλική κινηματογραφική ¨Καζαμπλάνκα»).

Μια μετ’ εμποδίων κι αποστάσεων υπέροχη ιστορία αγάπης που κρατάει χρόνια από τα παιδικάτα, τη νιότη έως τα γηρατειά διαδραματιζόμενη από τις αρχές του 20ου αιώνα έως τα τέλη της δεκαετίας του ’70.

  Ένα μυθιστόρημα που διαδραματίζεται  κυρίως στην Ελλάδα με «πρωταγωνίστρια» τη Θεσσαλονίκη αλλά και σε άλλες ευρωπαΪκές πόλεις (Παρίσι, Μασσαλία, Αμβέρσα) έως σε χιονισμένη στέπα της Ουκρανίας. Με τα ανάλογα ιστορικά γεγονότα και πρόσωπα να «δένουν» αρμονικά με την πλοκή του βιβλίου (Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, η Θεσσαλονίκη στις φλόγες το καλοκαίρι του 1917, Β’Παγκόσμιος Πόλεμος, Κατοχή, εβραΪκές διώξεις, μεταπολεμικά χρόνια).

Ποιες  οι ιδιαίτερες αρετές του, οι βασικές συντεταγμένες του ;

Πρώτα πρώτα ο κεντρικός ήρωάς του, ο Λευτέρης Ζεύγος, ένας συναρπαστικός χαρακτήρας αυτοδημιούργητου, αποφασιστικού και περιπλανώμενου ανθρώπου, βίος και πολιτεία. Τον πρωτογνωρίζουμε εντεκάχρονο παιδί σε μια φτωχογειτονιά της Θεσσαλονίκης  να πουλάει εφημερίδες και να βοηθάει τον κηπουρό πατέρα του σε διάφορες  βίλες της πόλης.

Βρισκόμαστε στο 1909, τότε που ο έκπτωτος σουλτάνος Αβδούλ Χαμίτ εξορίζεται στη Θεσσαλονίκη ζώντας πλέον έγκλειστος σε μια έπαυλη. Ο τολμηρός και γαλλομαθής πιτσιρικάς (τη Γαλλίδα μάνα του την ερωτεύτηκε ακαριαία και την παντρεύτηκε ο πατέρας του, όταν μπάρκαρε για πρώτη και τελευταία φορά ως ναυτικός στη Μασσαλία) διεισδύει με… μυθιστορηματικό τρόπο στην έπαυλη αυτή.

Κάποιες νύχτες καταφέρνει να κρυφοβλέπει και να  κρυφακούει  τον σουλτάνο που διηγείται πτυχές της πολυκύμαντης ζωής του σε μια χαριτωμένη παιδίσκη. Είναι η  Μίρζα, κόρη ενός εύπορου οικονομικού επενδυτή, εξισλαμισμένου εβραίου, που ζει στη Θεσσαλονίκη.

Ο ανολοκλήρωτος εφηβικός-νεανικός έρωτάς του για κείνη, πέρα από μερικά κρυφά ερωτικά γράμματα, πέρα από κάποια κοντινά βλέμματα,  λόγω των οικονομικο-κοινωνικών και θρησκευτικών δεδομένων, θα σημαδέψει την περιπετειώδη ζωή του.

Μια κραταιά αγάπη που θα περάσει από σαράντα κύματα και θα χρειαστούν εικοσιπέντε χρόνια για να ξαναβρεθούν υπό δύσκολες συνθήκες, (γερμανική κατοχή στη Θεσσαλονίκη)  για να χωριστούν και πάλι (εκείνη παντρεμένη, ο άντρας της και το παιδί τους μένουν στην Κωνσταντινούπολη) και ποιος ξέρει αν θα ξανασυναντηθούν στο λυκόφως της ζωής τους.

Θεληματικός, γοητευτικός, πεισματάρης,  φιλαναγνώστης, ριψοκίνδυνος,  σκληρός, γενναιόδωρος, κρυπτο- ευαίσθητος. Ενας τυχοδιώκτης με τα όλα του, που θέλοντας να ξεφύγει από τη φτώχεια κάνει οτιδήποτε για να επιβιώσει,  να ανελιχθεί με το δικό του τρόπο στη δίνη του χρόνου και της Ιστορίας :  από πωλητής εφημερίδων, βοηθός κηπουρού, σαλταδόρος στη μαύρη αγορά  έως  σωματοφύλακας, πληροφοριοδότης οικονομικών- πολιτικών ειδήσεων, έμπορος λαδιών αλλά και υπόπτων φορτίων στη Μασσαλία, υποψήφιος έμπορος διαμαντιών στην Αμβέρσα, διευθυντής εργοστασίου κλωστουφαντουργίας στη Θεσσαλονίκη.

Μια πολύπλευρη και αντιφατική προσωπικότητα, που έγινε λιποτάκτης  από το στρατό (όταν βρέθηκε με ελληνο-γαλλικό εκστρατευτικό σώμα στις παγερές και χιονισμένες στέπες της Ουκρανίας για να πολεμήσει τους Κόκκινους της Ρωσικής Επανάστασης). Αν και ερωτευμένος υπογείως και αιωνίως με το διαφεύγον αντικείμενο του πόθου του, είχε συχνά παρτίδες με πεταλούδες της νύχτας αλλά και με ορισμένες ξεχωριστές γυναίκες τις οποίες εγκατέλειπε  όταν ένιωθε ότι κινδύνευε η ελευθερία του.

Ισως διακρίνατε στον ήρωα κάποιες… εκλεκτικές συγγένειες με τον «Γιούγκερμαν» του Μ.Καραγάτση. Ε λοπόν, ο Ζουργός με πεζογραφική-σκηνοθετική μαεστρία ενσωματώνει κάπου τον δημοφιλή ομώνυμο ήρωα του Καραγάτση στο δικό του βιβλίο ! Βάζει τους δυο ήρωες να κάνουν παρέα ένα φεγγάρι , τον Γιούγκερμαν  να βοηθάει κάποια στιγμή τον ξέμπαρκο Λευτέρη Ζεύγο προσφέροντας του διευθυντικό πόστο στη Θεσσαλονίκη  και τον τελευταίο να στέλνει ενίοτε γράμματα στον ευεργέτη του.

Το «Λίγες και μια νύχτες» ο Ζουργός το έχει επιδέξια χωρίσει  να λειτουργεί σε δυο χρονικά επίπεδα : στο παρελθόν, ήτοι στην περιπετειώδη διαδρομή του ήρωά του από 1909 έως 1961, που αποτελεί το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου, και εμβόλιμα στο παρόν σε μια και μόνο καλοκαιρινή βραδιά του 1979.

Ολόκληρη αυτή τη νύχτα, ο υπερήλικας και τυφλός ένεκα ωχράς κηλίδας ήρωας ακούει την ιστορία της ζωής του από ένα νεαρό φέρελπι συγγραφέα  που την έχει καταγράψει με το δικό του μυθιστορηματικό τρόπο (του την είχε παραγγείλει ο Ζεύγος  πριν τρία χρόνια, και τώρα την ακούει ολοκληρωμένη  για πρώτη φορά να του τη διαβάζει σιγά-σιγά  αυτός ο φοιτητής φιλολογίας).

Με αξιοθαύμαστο τρόπο ο Ζουργός, στα μικρά αυτά εμβόλιμα «στάσιμα» του παρόντος, σε τούτη την ατελείωτη  νύχτα, κάνει ένα παιγνιώδες κι ευφυές σχόλιο στην συνύπαρξη, διαφορετικότητα κι αντίθεση πραγματικότητας και  λογοτεχνίας, προσωπικής μνήμης και μυθιστορηματικής φαντασίας, προφορικότητας και γραπτής κατάθεσης. Κι είναι απολαυστικές οι «κόντρες» ανάμεσα στον αφηγητή και στον νεαρό συγγραφέα, με τον Ζουργό να κινεί επιδέξια τα νήματα της… χάρτινης ζωής και των δύο.

Το μυθιστόρημα είναι επίσης μια εξαίσια ξενάγηση στη γενέτειρα του συγγραφέα, σε μια «πολύχρωμη» κοσμοπολίτικη Θεσσαλονίκη αλλοτινών εποχών με τραμ, άλογα και λαντό, με φτωχογειτονιές και πλουσιόσπιτα, με το πολύβουο λιμάνι της. Με ιδιαίτερη μνεία στην πάλαι ποτέ αριστοκρατική συνοικία των Εξοχών και τις πολυτελείς επαύλεις της. Με αναφορές στην πύρινη λαίλαπα του ’17 και την ανασυγκρότησή της πόλης αλλά και στα συνεχή χτισίματα πολυκατοικιών τα μεταπολεμικά χρόνια.

Ένα βιβλίο γεμάτο μυρουδιές (η όσφρηση είναι πανταχού παρούσα) να ευωδιάζει  χώμα, λουλούδια, θάλασσα αλλά και φθορά κι εγκατάλειψη. Με εξαιρετικές περιγραφές, θαυμάσιους διαλόγους, ζωντανούς χαρακτήρες, με πλοκή αμείωτη και ευρηματική.

Εκτός από τον κυρίαρχο μετ’εμποδίων έρωτα  (το τέλος του είναι γλυκόπικρο και συγκινητικό) στο βιβλίο έχουν επίσης «μερίδιο» η γενέθλια γη, τα ταξίδια, ο πόλεμος, οι μπίζνες, η φιλία, η απώλεια, τα γηρατειά, ο θάνατος, η ανθρώπινη περιπέτεια. Και πάνω απ’όλα ο πανδαμάτωρ χρόνος, στην κλεψύδρα του οποίου όλοι είμαστε προσωρινοί ταξιδιώτες -επισκέπτες .

Ο, τι καλύτερο για λογοτεχνική «παρέα» στο καλοκαίρι που έρχεται. Ιδού κι ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα (σελ.449) :

«Η κούραση και η αγωνία της νύχτας τον εμπόδιζαν ν’ ανακαλύψει τι αισθανόταν πραγματικά ύστερα από τη συνάντηση με το πρόσωπο της ζωής του, μια συνάντηση που άργησε είκοσι πέντε ολόκληρα χρόνια. Να την αγαπούσε άραγε ακόμη ύστερα από τόσον καιρό ; Μπορούσε να αγαπάει το ίδιο μια γυναίκα που δεν ήταν στον πρώτο ανθό της νιότης της, που’ χε κιόλας βγάλει τις πρώτες άσπρες τρίχες ;

Ναι, την αγαπούσε, κατέληξε ύστερα από λίγο. Είχε βέβαια την κούραση μιας χαράς που άργησε πολύ, τόσο που τα γόνατα δεν ήταν πια τόσο ευλύγιστα για να τον εκτινάξουν στα ψηλά πανηγυρίζοντας τον ερχομό της. Τι άλλο όμως από αγάπη θα μπορούσε να ήταν εκείνο το σκίρτημα, και πιο πολύ η ανομολόγητη λαχτάρα του να φιλήσει τις ανεξίτηλες ουλές της στην πλάτη ; Φεύγουν άραγε τέτοιες πληγές, ή αφήνουν τα σημάδια τους για πάντα ; Αν αφήνουν, θα ήθελε να τις προσκυνήσει.

Ναι, αγαπούσε τη φωνή της στο σκοτάδι, τις αθώες υπεκφυγές της, τα μάτια της που κάθε τόσο χαμήλωναν, τον αγίνωτο ακόμη ερωτισμό της, το γέλιο της».