Μαργαρίτα Νικολοπούλου (Γαστούνη Ηλείας)

Η εκπεσούσα χώρα

Φωνή μεγάλη κράζει από τον Άδη:
Πίνδαροι, Πτωχοπρόδρομοι
και Σολωμοί και Κάλβοι
Ελύτες , Σεφέρηδες,
Ρίτσοι, Βαλαωρίτες και  Κορνάροι.
Αηδόνια  τoυ λόγγου
κι ανάσες του πελάγους.
Ψαράδες μου Μυτιληνιοί,
Λαγκαδινοί μαστόροι.
Ακρίτες κι απελάτες
και των ορέων, εσείς, καπεταναίοι.

Το πνεύμα και το κάλλος σας
τούτη η γη γεννά ακόμα.
Βάλτε πλάτη ποιητές
να σηκώσετε τη χώρα.
Σ’ απροσμέτρητα βάθη
κείτεται γυμνή, ελεεινή
-μια εκπεσούσα  Εύα.

Ποιο μήλο άραγε πληρώνει;
Ποιάς αμαρτίας ενδύθηκε τον ρύπο;
Ποια της χρεώνουν κρίματα;
Τον Λόγο και το Θέατρο;
Την Αγορά και τη Δημοκρατία;
Τη Λογική και τη Φιλοσοφία;
Το Στάδιο και τη Φιλοκαλία;
Ότι το σώμα και το πνεύμα του Ανθρώπου
ηράσθη σφόδρα;

Δείξτε τον Λόγο, ποιητές.
Κλίμακα φωτεινή να βρει η Ελλάδα
να πατήσει.
Λέξη τη λέξη, στίχο το στίχο
την ώρα της Ανάστασης.
Απλώστε τα χέρια, ποιητές.
Σε σας προσβλέπει τώρα η Ελλάδα
κι ανακράζει:
Κριμάτων τε κι  ερώτων μου τα πλήθη
ιλάσθητε!

Προχώρα

Κι αν έχουν σβήσει οι φωτιές οι πλάστρες μες  τη χώρα,
κι αν γκρεμιστήκαν οι ναοί, εγγόνι μου, προχώρα!

Κι αν  μες τη λάσπη βούλιαξαν τα θεία, της γλώσσας, δώρα,
κι αν ξεριζώσαν την ελιά, εγγόνι μου, προχώρα!

Κι αν το κρασί που μέθυσες, φαρμάκι πίνεις τώρα,
κι αν σου ’χουν κόψει  τη λαλιά , εγγόνι μου προχώρα!

Κι αν λαμπαδιάζει  τα βουνά,  μ’ αστροπελέκια, η μπόρα,
κι αητός δεν βρίσκει τη φωλιά, εγγόνι μου προχώρα !

Κι αν θα διαβείς του Γολγοθά, ξανά, ξανά την ανηφόρα,
προτού να ιδείς Ανάσταση, εγγόνι μου, προχώρα!

Κι αν θα ιδείς  του Σηκωμού πως έχει φτάσει η ώρα,
το Λόγο κάμε τον  σπαθί. Εγγόνι μου, προχώρα !