Μνήμη Γιώργου Τζαβέλλα

(αρχιμάστορα του ελληνικού κινηματογράφου)

τζαβελας
    Σαράντα χρόνια έχουν περάσει απο την αποδημία του Γιώργου Τζαβέλλα, που έβαλε τη σκηνοθετική του σφραγίδα στον εγχώριο κινηματογράφο με ταινίες όπως, «Η κάλπικη λίρα», «Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα». Ποιός δεν θυμάται ατάκες απ’αυτές όπως, «Αοόματος» ή «Παίρνω το καπελάκι μου και φεύγω» ; Φέτος κλείνουν και εκατό χρόνια απο τη γέννηση του (1916-1976).

    Ο  Γιώργος Τζαβέλλας όπως κι ο συγκαιρινός του Αλέκος Σακελλάριος υπήρξαν οι δύο κορυφαίοι αρχιμάστορες σκηνοθέτες αλλά και  σεναριογράφοι του ελληνικού κινηματογράφου. Διέθεταν απλότητα, πηγαίο χιούμορ και λεπτή ευαισθησία στις ταινίες τους, που ψυχαγωγούσαν το πλατύ λαΪκό κοινό στα δύσκολα  χρόνια της μεταπολεμικής- μετεμφυλιακής εποχής.
    Απόγονος της ηρωΪκής γενιάς του 1821, γεννήθηκε στην Αθήνα και μεγάλωσε στα Εξάρχεια. Απο μικρός είχε μανία με το θέατρο και τον κινηματογράφο. «Εβλεπα κάθε ταινία δέκα και δεκαπέντε φορές προσέχοντας κάθε λεπτομέρεια στο γύρισμα, τα εφέ, μάθαινα το κάθε πλάνο, το κάθε τρικ, πώς αντιδρούσε ο ηθοποιός, εξέταζα κάθε λεπτομέρεια κι ήταν αυτή η παιδεία μου», είχε πει ο αυτοδίδακτος Τζαβέλλας στην  Αγλαϊα Μητροπούλου πριν πολλά χρόνια.
    Σπούδασε Νομικά στο πανεπιστήμιο Αθηνών και βρέθηκε στο αλβανικό μέτωπο κατά τη διάρκεια του πολέμου. Σε ηλικία μόλις 20 χρονών παρουσιάζει το θεατρικό του έργο «Ο κλέφτης της καρδιάς μου», στο θέατρο «Μακέδου». Στη συνέχεια γράφει  ακόμη μερικές κωμωδίες και επιθεωρήσεις («Το παραμύθι του φεγγαριού», «Αθάνατος Ρωμιός», «Η γυναίκα με το βέτο»).
    Σε μια εποχή όπου περνάμε απο τον βωβό στον ομιλούντα κινηματογράφο και με πρωτόγονες συνθήκες (χωρίς μηχανήματα και στούντιο) γυρίζει την πρώτη του ταινία, «Τα χειροκροτήματα» (1944), με πρωταγωνιστή τον συνθέτη Αττίκ (Κλέωνα Τριανταφύλλου), τον νεαρό Δημήτρη Χορν και τη Ζινέτ  Λακάζ (ένας γερασμένος και ξεπεσμένος καλλιτέχνης θα δει το δημιούργημά του που είχε ερωτευτεί να θριαμβεύει για να βρεθεί ξαφνικά επί σκηνής και να γευτεί το τελευταίο χειροκρότημα). Η πρώτη άρτια ελληνική ταινία με ανεπιτήδευτο παίξιμο των ηθοποιών μακριά από το στομφώδες θεατρικό παρελθόν.
    Θ’ακολουθήσουν ταινίες που θα τον καθιερώσουν στο χώρο του αλλά και στα μάτια του κινηματογραφόφιλου κοινού όπως :
    «Μαρίνος Κοντάρας» με τον Μάνο Κατράκη. Είναι η πρώτη φορά που ταινία θα αντιπροσωπεύσει την Ελλάδα σε ξένο Φεστιβάλ  (Κνοκ λε Ζουτ, Βρυξέλες, 1948).
    «Ο μεθύστακας» (1950), με πρωταγωνιστή τον Ορέστη Μακρή ( για αρκετά χρόνια θα είναι η εμπορικότερη ταινία του ελληνικού κινηματογράφου).
    «Το σωφεράκι» (1953), μια κωμωδία που αναδεικνύει πρωταγωνιστή τον Μίμη Φωτόπουλο.
Λαμπέτη Χορν Κάλπικη λίρα    «Η κάλπικη λίρα», η πρώτη ελληνική σπονδυλωτή ταινία που συνδυάζει εξαίσια τη συγκίνηση με το γέλιο με μια κάλπικη λίρα που αλλάζει συνεχώς  χέρια (θα παιχτεί τουλάχιστον σε τριάντα ξένες χώρες).
    «Ο ζηλιαρόγατος» (1956), με τον Βασίλη Λογοθετίδη
    «Μια ζωή την έχουμε», με τον Δημήτρη Χορν και την Υβόν Σανσόν (1958). Από κεί και το ομώνυμο δημοφιλές τραγούδι σε στίχους δικούς του και μουσική του Μιχάλη Σουγιούλ.
    «Η Αντιγόνη» (1962), με την Ειρήνη Παππά αποτελεί την πρώτη ολοκληρωμένη προσπάθεια μεταφοράς αρχαίας τραγωδία στον ελληνικό κινηματογράφο.
Κοντού Κωνσταντίνου Γυνή να φοβήται τον άντρα     Τελευταία ταινία του σε σύνολο δώδεκα φιλμ που είχε γυρίσει πάντα σε σενάρια δικά του, είναι η  κωμωδία «Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα», αναδεικνύοντας τον Γιώργο Κωνσταντίνου στο πλάΪ της Μάρως Κοντού.
    «Ο κόσμος διψάει να δει ένα φιλμ που ανταποκρίνεται στη νοοτροπία του και στην ψυχολογία του, να ακούσει τη γλώσσα του προπαντός… Οι καλές προσπάθειες είναι η εξαίρεση στην παραγωγή μας, ενώ ο κανόνας είναι οι κακές ταινίες. Γι’αυτό  υπάρχει και η προκατάληψη εναντίον του ελληνικού κινηματογράφου», είχε πει το ’49.

    Να επισημάνουμε ότι βοήθησε αρκετά συμμετέχοντας στη σύνταξη του πρώτου νόμου για την εθνική κινηματογραφία όπως και στη δημιουργία του Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου στη Θεσσαλονίκη. Διετέλεσε και πρώτος πρόεδρος του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου το 1974.
    Ο Γιώργος Τζαβέλλας δεν υπήρξε μόνο ένας προικισμένος δημιουργός που συνδύαζε την απλή κι άμεση κινηματογραφική γραφή με το ραφιναρισμένο λόγο. Ηταν κι ένας τζέντλεμαν με όλη τη σημασία της λέξεως.  Ευγενής, γενναιόδωρος, καλοσυνάτος. Εχουν να το λένε όσοι τον γνώρισαν. Γι’αυτό και τον θυμούνται. Και οι ταινίες του αρυτίδωτες, συγκινούν και ψυχαγωγούν όποτε παίζονται στην τηλεόραση.

Μικρές προσωπικές μνήμες

    Όταν ήμουν παιδί και έφηβος είχα την τύχη να τον γνωρίσω για λίγο από κοντά. Η γιαγιά μου, η κυρά Βαγγελιώ (η μητέρα της μάνας μου Μαρίνας) ήταν οικιακή βοηθός στο σπίτι των γονιών του Τζαβέλα και για ένα διάστημα, όταν έγινε πατέρας, στο δικό του σπίτι (περίπου από το 1950 έως το 1962).
    Την αγαπούσε πολύ τη γιαγιά μου, ερχόταν και την έβλεπε στο πατρικό μας τουλάχιστον μια-δυο φορές το χρόνο αφότου εκείνη δεν εργαζόταν πιά.
    Με το χαμόγελο στα χείλη, την αγκάλιαζε, τη φιλούσε, «πώς είσαι Βαγγελιώ μου, καλά ;» μας έφερνε γλυκά και σ’εκείνη έδινε διακριτικά πάντα ένα χαρτζηλίκι. Καθόταν και της διηγόταν ιστορίες που είχε στο μυαλό του (μάλλον σενάρια για ταινίες ) και τη ρωτούσε : «Πώς σου φαίνεται αυτό Βαγγελιώ ; Ακούγεται καλά ; Εχει ενδιαφέρον ;». Αφουγκραζόταν τον λαΪκό άνθρωπο, εμπνεόταν απ’αυτόν.
    Ελόγου μου να κάθομαι κοντά και να τον χαζεύω καθώς διηγόταν και μου χάΪδευε τα μαλλιά (η μανία του σινεμά, το βύθισμα στη μεγάλη οθόνη, ήταν εκείνα τα χρόνια η μεγάλη μου χαρά και διαφυγή, μαζί βεβαίως με τα βιβλία).
Θυμάμαι πως όταν παιζόταν η ταινία του «Αντιγόνη» είχε χρειαστεί ένα χώρο για αποθήκη, να βάλει μέσα τις ασπίδες, τα κοντάρια, τις περικεφαλαίες και τα σπαθιά.
    Στο πρώτο μας σπίτι λοιπόν (στην οδό Λοκρίδος στου Γκύζη) αποθηκεύτηκαν για ένα διάστημα, αφού η οικογένειά μου είχε πάει σε πιο πάνω γειτονιά, στον Αγιο Στυλιανό, στην οδό Αμφικλείας όπου έμενε η γιαγιά μου με την άλλη κόρη της, τη θεία μου την Αννα). Κι εγώ να το σκάω κάποιες φορές και να πηγαίνω στο πρώτο μας σπίτι να φοράω περικεφαλαία, να παίρνω κοντάρι και σπαθί και να …πολεμάω με αόρατους εχθρούς.
    Καμιά φορά πήγαινα με τη γιαγιά μου στο σπίτι του κι έπαιζα με τον μοναχογιό του τον Θάνο, που ήταν τότε κακότροπος, μου έπαιρνε τα παιχνίδια από τα χέρια, δεν μ’αφηνε να χαρώ τη μαγική λάμψη τους. Πρίγκηψ και φτωχός… Θυμάμαι τη μητέρα του τη Μίλια, κομψή και ντελικάτη ,να κυκλοφορεί με μια ρομπ ντε σαμπρ καπνίζοντας ασταμάτητα.
    Ο θάνατός της από καρκίνο ήταν μεγάλο χτύπημα για τον Τζαβέλλα που την υπεραγαπούσε. Επαθε λίγους μήνες μετά εγκεφαλικό, δεν μπορούσε να μιλήσει κανονικά, τραύλιζε. Σιγά-σιγά όμως και μ’αρκετή προσπάθεια κατάφερε να κάνει καλύτερη τη φωνή του. Τον θυμάμαι όταν ερχόταν να επισκεφθεί τη γιαγιά μου και την προσπάθεια που έκανε να πει αργά -αργά τις ιστορίες του. Ηταν έξοχος αφηγητής έστω κι αν δεν έπιανε τότε το άγουρο μυαλουδάκι μου τα περισσότερα που έλεγε.