«Νεωτερισμοί» και αρχαίο δράμα

(15- 8-1999, Βήμα της Κυριακής)

του Μάριου Πλωρίτη

    Τους νεωτερισμούς πολύ ηγάπησα και πολύ ετίμησα, τον καιρό που ασκούσα θεατρική κριτική. Και όταν λέω «νεωτερισμούς», εννοώ προσεγγίσεις στο αειθαλές Αρχαίο Δράμα. Είχαμε, από τότε, κουρασθεί κάπως και κορεσθεί από τις «διδασκαλίες» τραγωδιών, που επαναλάμβαναν, η μια μετά την άλλη, την ίδια περίπου «όψιν» (σκηνοθεσία, σκηνογραφία, υπόκριση) –μ’όλο που κι εκείνες , στην εποχή τους, είχαν σταθεί νεωτερικές, και είχαν φτάσει σε εξαίρετα αποτελέσματα.

    Αλλά το ερώτημα, προπάντων σήμερα, είναι ; ως ποιο σημείο αυτοί οι νεωτερισμοί είναι θεμιτοί ; Ως ποιο σημείο ανταποκρίνονται στο βασικό σκοπό μιας απόδοσης του αρχαίου έργου : τη μετάδοση του προβληματισμού που περιέχει εκείνο, και της ηδονής που παρέχει. (Αφορμή στο άρθρο τούτο δίνει μια έρευνα στο περιοδικό Πρόσωπα του Βήματος της 31-7-1999), όπου απαντούν σημαντικοί σκηνοθέτες : Πίτερ Χολ, Πέτερ ΣτάΪν, Κώστας Γαβράς).
    Όχι μόνο οι «ειδικοί» αλλά και κάθε ενημερωμένος θεατής ξέρει, πως το Αρχαίο Δράμα, -και κάθε μεγάλο Δράμα – είναι στοχασμός πάνω στα ανθρώπινα, μέσα από σκηνική δράση υψηλού ήθους και ύφους. Η αλήθεια, το μέγεθος και η αρμονική σύνθεση των στοιχείων αυτών δίνουν στο μεγάλο Δράμα τη διαχρονικότητά του.
    Αν μας «συγκινούν» η ανταρσία του Προμηθέα, η «αντίσταση» της Αντιγόνης, η «αμαρτία» του Οιδίποδα, οι βασανισμοί του Ορέστη, είναι επειδή αποτελούν στοιχεία της απαιώνιας ανθρώπινης υπόστασης, της humaine condition, που έλεγε ο Montaigne, επειδή αναγνωρίζουμε σ’αυτούς κάποιους από τους δικούς μας προβληματισμούς, εμπειρίες, αγωνίες.
    Αυτή είναι η «οικειότητα» του μεγάλου δράματος, εκφρασμένη με Λόγο (λογική, σκέψη) και λόγο και πράξη, που εναρμονίζονται απόλυτα με του θέματος το μέγεθος. Αν αυτή η αρμονία διαταραχθεί ή ανατραπεί, το έργο χάνει την ισορροπία και την εμβέλειά του στον θεατή, χάνει την ουσία του «είναι» του.
    Φοβάμαι, λοιπόν, πως οι νεότατοι «νεωτερισμοί» φτάνουν, συχνά, σε τέτοιες διαταράξεις και ανατροπές. Πασχίζοντας να «εκσυγχρονίσουν» τα μεγάλα έργα, για να τα κάνουν –λέει- προσιτά στον σημερινό θεατή, τα μικραίνουν, τα συρρικνώνουν και, τελικά, τα πλαστογραφούν. Επειδή οι εκσυγχρονισμοί που επιχειρούν, είναι ολότελα εξωτερικοί και επιδερμικοί, επειδή προσπαθούν να εντυπωσιάσουν, να ξιπάσουν το κοινό, με «ευρήματα» φτηνής «επικαιρότητας» και επαρχιότικου φανφαρονισμού, που όχι μόνο καταστρέφουν το ήθος και το ύφος των έργων, αλλά και, με τα «πυροτεχνήματά» τους, αφανίζουν το ίδιο το νόημα και τον προβληματισμό του Δράματος.
    Αντί ο θεατής να ενωτίζεται τα προβλήματα των ηρώων, αντί να μετέχει στο πάθος τους και στα πάθη τους, αντί να μεταλαβαίνει το λόγο τους, «χαζεύει» τον «μοντερνισμό» των σκηνοθετικών τεχνασμάτων, εντυπωσιάζεται ή αντιδρά ή καγχάζει με το…τσιγάρο που καπνίζει μια (;) αγγελιοφόρος, με τα τσιγκέλια όπου κρέμεται ο Χορός σαν σφαχτάρι, με την αφόδευση του χορού στην ορχήστρα, και χάνει τελικά και το άγγελμα και το χορόδραμα και το δράμα ολόκληρο.
    Οι σκηνοθέτες αυτοί μοιάζουν ν’αγνοούν πως το μεγάλο Δράμα, δεν αποβλέπει ποτέ να «ξαφνιάσει» με τρακατρούκες, με χασαπόχαρτα ή με χαρτιά καθαριότητας, αλλά να εμβαθύνει στο μέγα αίνιγμα του συμπαντικού μακρόκοσμου και του ανθρώπινου μικρόκοσμου. Οι δήθεν νεωτεριστές, όμως, «αινιγματίζονται» και ηδονίζονται με φούμαρα, με χασαπιά, με απόβλητα. Ισχυριζόμενοι πως, με τα ευρήματά τους, προβάλλουν τον βαθύτερο συμβολισμό των έργων, τα εμβολίζουν (κατά τη ναυτική πολεμική ορολογία) και τα καταποντίζουν αύτανδρα
    Στο ολέθριο τούτο αποτέλεσμα, συνεργούν, συχνά, και οι μεταφράσεις. Αυτές που, εκσυγχρονίζοντας τάχα τον λόγο του ποιητή, τον διαστρέφουν σε αγοραίο κουβεντολόΪ, σε καβγά των τριόδων, τον ευτελίζουν, τον εκχυδαΪζουν, με τρόπο ολότελα ασύμβατο προς το ήθος και το ύφος του πρωτοτύπου.
    Ο λόγος των μεγάλων δραματουργών δεν είναι κοσμικά «ευγενικός» και «κομψός» -συχνά γίνεται βίαιος, ακόμα και υβριστικός – αλλά είναι πάντα καίριος και απόλυτα συνεπής με τον ψυχισμό και πάθος των προσώπων , με την «κρίση» της στιγμής όπου εκφέρεται. Η διαστροφή του δεν τον κάνει «σύγχρονο», αλλά κακόχρονο και κακοχρονιασμένο.
    Και το κοινό ; Σε κάποιο σημείο της συνέντευξής του, ο Πέτερ ΣτάΪν λέει πως «το αρχαίο δράμα θέλει υπεύθυνους θεατές». Σωστά. Όμως, πολλοί «νεωτεριστές» διαφθείρουν όχι μόνο τα έργα αλλά και το κοινό : το κάνουν, ακριβώς, ανεύθυνο, του καλλιεργούν τον σνομπισμό της ευτέλειας και της χυδαιότητας, το εθίζουν να «κάνει χάζι» ή να «σπάει πλάκα» με τα «ιδιοφυή» κόλπα τους, που «μαγαρίζουν» τα μεγάλα έργα.
    Μ’αυτά και μ’αυτά, οι τέτοιοι νεωτερισμοί, αντί να «εκσυγχρονίζουν» το μεγάλο Δράμα, το εκμηδενίζουν· αντί να το κάνουν πιο «οικείο», το κάνουν ανοίκειο· αντί να το κάνουν «πανανθρώπινο», το κάνουν πανάθλιο. Και το κρεμάνε στα τσιγκέλια της δημαγωγίας τους, και αφοδεύουν απάνω του την έπαρσή του και την επιδειξιομανία τους.