«Ντεπό» του Γιώργου Σκαμπαρδώνη

   Μαγικός ρεαλισμός με φελινικές αποχρώσεις

Η Θεσσαλονίκη διαθέτει δυο γκραν μετρ της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας , τον Ισίδωρο Ζουργό στο μυθιστόρημα και τον Γιώργο Σκαμπαρδώνη στο διήγημα (στο προηγούμενο τεύχος γράφαμε για τον Ζουργό και το τελευταίο του εξαιρετικό μυθιστόρημα «Λίγες και μια νύχτες»).

Ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης με την καινούργια συλλογή διηγημάτων «Ντεπό» (εκδόσεις Πατάκη) δίνει κι αυτός το παρών με 27 μικρά κομψοτεχνήματα «σκαλισμένα» με τον γλωσσικό πλούτο, την εικονοκλαστική ικανότητα, την ευρηματικότητα και φαντασία που τον χαρακτηρίζουν.  Ιστορίες μαγικού ρεαλισμού και φελινικών εικόνων (είναι η ενδέκατη συλλογή διηγημάτων του).

Προσπαθώντας καταχρηστικά να τα ταξινομήσουμε θα λέγαμε πως είναι :

Διηγήματα, που σχετίζονται με την προσωπική μνήμη κυρίως αλλά και τη συλλογική –ιστορική χωρίς να σημαίνει ότι δεν υπάρχει και η σχετική μυθοπλασία. Ιστορίες αφοπλιστικά συγκινητικές που προξενούν κλαυσίγελο και συνειρμούς στους αναγνώστες, ιδιαίτερα σε κείνους  των… ήντα και πάνω.

*Τι μπορεί να συμβεί μια νύχτα στη Θεσσαλονίκη, όταν στο δρόμο ο οδηγός μιας μαύρης χιλιάρας Καβασάκι (ντυμένος… με φουστανέλα και τσαρούχια, πίσω του η κοπέλα του με ανάλογη γυναικεία στολή «ρουμλούκι» ) συναντηθούν με  μια ζόρικη παρέα έξι μοτοσυκλετιστών με μαύρα πέτσινα, τατουάζ, μπότες, αλυσίδες κλπ ; Απίθανο κι όμως αληθινά σκαμπαρδωνικό.

*Σε μια άλλη ιστορία μνήμης, κάποιος ανάβοντας  το τσιγάρο  του, θυμάται τον δεκάχρονο εαυτό του, την αδελφή του και τους γονείς του, καλοκαίρι του ’63, σ’ένα κέντρο στο Καραμπουρνάκι με τον Βασίλη Τσιτσάνη και την ορχήστρα του. Θυμάται που πετάχτηκε να πάρει τσιγάρα από το περίπτερο μετά από παράκληση του μαέστρου και το κέρασμα ύστερα του Τσιτσάνη στην οικογένεια με δύο μπύρες και δύο πορτοκαλάδες.
Από την ιστορία αυτή,  που θα μπορούσε να έχει τον παπαδιαμαντικό τίτλο «Για την περηφάνεια», κρατάμε  τη συμβουλή που είχε δώσει ο αυστηρός πατέρας στο μικρό γιό του σε ανύποπτο χρόνο :
«Όχι μόνο δεν θ’ αγγίζεις ποτέ ξένη περιουσία, αλλά δεν θα παίρνεις ποτέ πράγματα ή λεφτά από ξένους. Ούτε τρίχα. Και δεν θα αφήσεις ποτέ στη ζωή σου, να σε κερνάνε οι άλλοι. Κι αν αναγκαστείς, τότε να βιαστείς να το ξεπληρώσεις. Τον τόπο που κάθεσαι πρέπει να τον αγοράζεις, κι όχι να σ’ αγοράζει. Κατάλαβες ;».

*Ενας συνταξιούχος ταχυδρόμος που δεν ξεχνάει τις διαδρομές του περιπλανιέται συχνά τα δειλινά έξω από σπίτια και βίλλες στην περιοχή του Πανοράματος παρατηρώντας με θαυμασμό τους αναμμένους πολυελαίους ποικίλλων ειδών.

  Τις σχέσεις στοργής, θαυμασμού και περιέργειας  που έχει ο Σκαμπαρδώνης με πλάσματα του θαλασσινού και ζωΪκού βασίλειου τις γνωρίζουμε κι από προηγούμενες συλλογές του. Κι εδώ έχουν την τιμητική τους.

Ενας βουτηχτής με μάσκα στη θάλασσα του Πηλίου παρατηρεί και «ακτινογραφεί»  ένα κοπάδι μικροσκοπικών αθερίνων περιγράφοντας με λεπτομερή παραστατικότητα τους σχηματισμούς,  τις εκτινάξεις τους όπως και τη σουρεαλιστική εικόνα μιας… αθερινοφάλαινας.

Πώς βρέθηκαν σ’ένα ποτάμι… μεθυσμένες  πέστροφες να χοροπηδούνε και να σαλτέρνουνε τρελά ;

Στις επιθέσεις λύκων σε μαντριά και στις μονομαχίες σκυλιών ή τράγων μ’αυτούς, ποιοι κερδίζουν ;

Αγριόχοιροι και λαγοί, επίδοξα θηράματα κυνηγών, οι οποίοι πέφτουν σε φοβερά λάθη ή σε κρίσεις συνειδήσεως (σ’ένα από τα διηγήματα αυτά καθώς τρέχει με ζιγκ-ζαγκ το ζωάκι να κρυφτεί, γράφει την απίθανη χιουμοριστική ατάκα «φαινότανε μορφωμένος λαγός, ήξερε καλά τα κατατόπια»).

Διηγήματα που διαδραματίζονται στη Θεσσαλονίκη, στο Αγιον Ορος, στην Ελασσώνα, σ’αεροπλάνο και αερολιμένα,  σε θάλασσα και βουνά, στο παρελθόν και το παρόν.

Εικόνες της παιδικής κι εφηβικής ηλικίας με τραύματα και θαύματα.  Κρίσεις ερωτικές-υπαρξιακές που τυραννούν…  μειρακιογέροντες αφού «κυλάει ο χρόνος μέσα μας αθόρυβα και μας σκάβει».

Δεινός χειριστής του λόγου και απαράμιλλος γλωσσοπλάστης, ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης με μαστοριά και μαεστρία σμιλεύει τις ιστορίες του με το δικό του μαγικό ρεαλισμό αντάξιο αυτού του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες και με τη δική του ονειρική-νοσταλγική «παλέτα» αντάξια των κινηματογραφικών εικόνων του Φεντερίκο Φελίνι.

Θα κλείσουμε δίνοντας ένα απόσπασμα από το διήγημά του «Μπαρ στη Μύκονο». Εκεί ο ήρωας βρίσκεται σ’ένα μπαρ στη Μύκονο πάνω από τη θάλασσα,  όπου ο ιδιοκτήτης του λέει πως παλιότερα ο πατέρας του νοίκιαζε το χώρο αυτό, σπίτι παλιότερα,  στον συγγραφέα Μ.Καραγάτση.

«Ξαφνικά γυρνώντας προς την πόρτα του μπαρ «Πύργος» βλέπω να μπαίνουνε ελαφρά μεθυσμένοι, αγκαζέ, ο συνταγματάρχης Λιάπκιν κι ο Γιούγκερμαν.

Πηγαίνουνε και κάθονται στα σκαμπό του πάγκου, με δυσκολία. Βολεύονται, παραγγέλνουν βότκες κι ανάβουν πουράκια. Στρέφουν και σαρώνουν επιδέξια, με το βλέμμα, όλο τον χώρο, ψάχνοντας ενστικτωδώς για ωραίες γυναίκες. Στήνω, όσο μπορώ, αυτί. Κι ακούω κάποια στιγμή τον Λιάπκιν με δυνατή, βραχνή φωνή να λέει στον άλλον :

  «Λοιπόν, τι έκανες στη ζωή σου, Γιούγκερμαν ;»

  Εκείνος κατεβάζει μεμιάς, άσπρο πάτο, τη βότκα, πλαταγίζει τη γλώσσα του και απαντάει ήρεμα, με αυτοπεποίθηση :

  «Συνταγματάρχα, ό, τι μπορούσα έκανα»….

   Σχεδόν ταυτόχρονα, παρατηρώ κάποια κίνηση προς την πόρτα. Στρέφω και βλέπω να μπαίνει καμαρωτός, σινιαρισμένος, με λευκό κοστούμι, τριαντάφυλλο στο πέτο και τα υπέρβαρα γυαλιά του, ο Ζάχος Χατζηφωτίου.

   Ξανακοιτάζω προς τον πάγκο του μπαρ. Ο Γιούγκερμαν και ο Λιάπκιν έχουν εξαφανιστεί και στη θέση τους κάθονται δυο νεαροί αλλοδαποί, μιλώντας χαμηλόφωνα, σκυφτά. Πίνω την τελευταία γουλιά και γυρίζω προς τα μπρός  απορημένος –ένας μεθυσμένος μειρακιογέρων…

     Βράδιασε ο νους μου και βλέπω τους δυο ήρωες του Καραγάτση να απομακρύνονται τώρα αργά, περπατώντας, τρεκλίζοντας επί των κυμάτων και να χάνονται συζητώντας με μεγάλες χειρονομίες. Να μικραίνουν σιγά – σιγά πάνω στα σκοτεινά νερά τραβώντας προς τη μεριά της Άνδρου, όπου καταμπροστά στο λιμάνι βρίσκεται, άδειο μεν αλλά πάντα με ανοιχτά τα φώτα, το παλιό, πέτρινο σπίτι του συγγραφέα τους, αγρυπνώντας και περιμένοντας».