Οδός Παραμυθιών

γράφει ο Δημήτρης Αβούρης (παραμυθάς-ποιητής)

Εσύ που ξέρεις να χτίζεις παραμύθια,
Πες μου, που πάμε;
Ταξίδι στον παράδεισο. (Μενέλαος Λουντέμης)

Ποιος ξέρει να χτίζει παραμύθια; Να παίρνει το λόγο από ανάγκη και να τον τοποθετεί στην ισορροπία του κτίσματος της ψυχής για να βγει στο μέλλον; Ποια δύναμη κράτησε όρθιο το παραμύθι, μέσω του προφορικού λόγου, για να το βρούμε από μηχανής θεό σήμερα; Με τι υλικά δομείται το παλάτι του παραμυθιού; Πώς να μιλήσεις για παραμύθια όταν η γλώσσα υποφέρει;

Μια φορά και έναν καιρό, λοιπόν, ο άνθρωπος είχε την ανάγκη να εξηγήσει με την φαντασία ό,τι η λογική δεν μπορούσε να απαντήσει με ακρίβεια. Έτσι με ό,τι γνώσεις ο καθένας είχε, άρχισε να πλάθει φανταστικές ιστορίες με έναν πάντα στόχο, να ζήσει εκείνος καλύτερα.
Όλα τα υλικά για να χτίσει τα παραμύθια τα πήρε από το περιβάλλον, από την ψυχική του διάθεση, από την όποια διαφορετικότητα τον προβλημάτισε και από την μνήμη που κάθε μέρα περισσεύει.

Ο λόγος, απλός και κατανοητός για να μπορούν όλοι να αντιλαμβάνονται. Οι εικόνες ακριβείς, για να τις οικειοποιείται ο καθένας και να τις προσαρμόζει με βάση τις εμπειρίες του σε οικείους χώρους. Η φαντασία του ενός πολλαπλασιάζει την φαντασία του άλλου. Έτσι μέσα από φανταστικές λύσεις σ’ ότι μας απασχολεί πλησιάζουμε ολοένα στην πραγματική λύση. Τα σημεία στίξης είναι κοσμήματα του λόγου, οι ανάσες στην ιερά ώρα αφήγησης του παραμυθιού. Είναι τα πρόσωπα, οι πράξεις, οι ερωτήσεις και οι απαντήσεις στο σώμα του παραμυθιού. Είναι ο χρόνος που χρειάζεται η σκέψη για να εξελιχθεί.

Το υπέρλαμπρο παλάτι του παραμυθιού χτίζεται με υλικά από φτωχά καλυβάκια στερήσεων, καρτερίας και πίστης. Στο στερέωμα του υπάρχει αγνότητα, ανάγκη, ανεξάντλητη θέληση.
Η δομή για να χτίσεις ένα παραμύθι, απόλυτα συγκεκριμένη. Ο πρωτομάστορας βρίσκεται ήδη στο σκηνικό χώρο που θέλει να τοποθετήσει τα θεμέλια του παραμυθιού του. Το θέλω γι’ αυτό έχει ήδη ειπωθεί. Χωρίς θέλω δεν υπάρχει παραμύθι. Χωρίς ήρωες δεν υπάρχει δράση και αντίδραση. Χωρίς αγώνα δεν κερδίζεται τίποτα.

Το ύψος του παραμυθιού πάντα ξεπερνά το μπόι μας αφού σε κάνει να κοιτάζεις ψηλότερα. Η καλλιέργεια της γλώσσας που συνεχώς ανθίζει με την φαντασία, δημιουργεί πάντα νέες δυνατότητες. Μέσα από του καιρού τα γυρίσματα, η σοφία του λαϊκού λόγου είναι ο λύχνος που δεν έσβησε ποτέ.

Έτσι λοιπόν, με το μαγικό λυχνάρι, το πάντα ανοιχτό πάντα άγρυπνο, οδηγούμαστε με ασφάλεια, να φωτίσουμε ό,τι χρειαζόμαστε και να το εντάξουμε με σωφροσύνη στο χτίσιμο του παραμυθιού. Παραμυθία, προτροπή και παρηγορία. Παραμυθία απ’ το θεό. Παραμύθια από τον ποιητή. Για την σοφή αθωότητα του παιδιού. Για το προσωπικό μας πνευματικό οικοδόμημα.

Τι άλλο έχουμε ανάγκη για να ζήσουμε κι εμείς καλύτερα; Να πούμε παραμύθια για να καταλάβουμε την λειτουργία τους. Να δούμε μέσα από αυτά τον εαυτό μας και τους άλλους. Να μάθουμε πως γίνεται μέσα από το παραμύθι να κόβεις δρόμο για την ζωή. Να σχεδιάζεις την ζωή σαν παραμύθι και να ξέρεις που πας! Να είσαι εσύ ο ήρωας που αγωνίζεται και από τα πάθη σου να μαθαίνεις και από αυτά να μαθαίνουν και άλλοι, όπως έμαθες και εσύ από τα παραμύθια των άλλων. Τα παραμύθια των πολλών.

Τα υλικά των παραμυθιών είναι πολύτιμοι λίθοι ζωής, κατά της λήθης, υπέρ της μνήμης. Όποιος ξέρει να χτίζει παραμύθια, υψώνει ζωές.

Ξέχασα να σας πω, ότι το κυριότερο υλικό για να δέσουν τα παραμύθια είναι η αγάπη! Η ίδια είναι που οδηγεί στο δρόμο που χτίζονται αιώνια θαύματα.
Πάρτε δρόμο και αφήστε δρόμο
Στην οδό των παραμυθιών
Από ανάγκη με αγάπη.

Παραμύθια
Απόψε, μες τον ύπνο μου ήρθανε παραμύθια.
Ήτανε λέει πέντε-έξι παιδιά που ’ρθαν να τα ακούσουν.
Μα άργησα σ’ άλλα παραμύθια και με ρωτούσαν: Πού ’σουν;
Ήμουν εκεί που το όνειρο γίνεται συνήθεια.

Και πού είναι ο τόπος ο μαγικός κάποτε να πάμε;
Είναι εκεί που ο ποντικός ξεκίνησε για την πόλη.
Εκεί που μια μέρα δεν άντεξαν, κινήσαν να φύγουν όλοι.
Ο πιο μικρός μου φώναξε: Εγώ δεν φοβάμαι.

Παιδί μου, ο φόβος δεν είναι για μικρούς, είναι για μεγάλους.
Ο ποντικός, συνέχισα, ξεκίνησε απ’ τους χρόνους του Αισώπου.
Κι έφτασε όπου έφτασε στα χνάρια του ανθρώπου.
Όσα λάθη κάνουμε γιατί τα χρεώνουμε σ’ άλλους;

Δεν ήξερα ποιος ρώτησε, μα πέρασε ένας ίππος.
Ήτανε το όνειρο βαθύ κι ερχόταν απ’ τους αιώνες
ξοπίσω του ρακένδυτοι, κρατούσανε σφεντόνες.
Όλοι τους μπήκαν ξαφνικά όπου υπήρχε κήπος.

Μοιάζαν με άτυχα πουλιά που ήταν κυνηγημένα.
Τα σπίτια εφοβήθηκαν κι ανάψαν προβολείς.
Άλλος μου εφώναξε: Γιατί δεν τους πυροβολείς;
Παιδιά, τα παραμύθια, δεν μου έχουν τέτοια ειπωμένα.

Τα παιδιά ησύχασαν, μα ο φόβος είχε φτάσει.
Είχαν μεγαλώσει άκαιρα με μέτρα ασφαλείας.
Ποιος καιρό τα ετοίμαζε για παραμύθια βίας;
Λοιπόν, ο ποντικός το μόνο που ήθελε, ένα καρύδι να πιάσει.