«Οι μικροαστοί» του Μαξίμ Γκόρκι

Σύγκρουση γενεών

Στο θέατρο εν αρχή ην ο λόγος. Δηλαδή το έργο να είναι στέρεα δομημένο,  να έχει κάτι να σου πει, να σε αγγίξει, να σε προβληματίσει, να σε συγκινήσει, να σε ευθυμήσει. Και καλή παράσταση είναι αυτή  που σέβεται το λόγο, τον αναδεικνύει, τον φωτίζει χωρίς τερτίπια και ναρκισσιστικές εξυπνάδες βγάζοντας τον καλύτερο εαυτό των ηθοποιών από τον πιο μεγάλο έως τον πιο μικρό ρόλο.

Ο γράφων ταξίδεψε πρόσφατα στην Πάτρα, μια Παρασκευή βράδυ, και είδε στο γεμάτο από κόσμο νεοκλασικό θέατρο «Απόλλων»  το έργο του Μαξίμ Γκόρκι «Οι μικροαστοί» από το ΔΗΠΕΘΕ της πόλης (πήρε και μια μικρή γεύση από τα προεόρτια του δημοφιλούς καρναβαλιού της). Είδε λοιπόν μια άρτια παράσταση, που είχε όλα τα παραπάνω στοιχεία, με τη σφραγίδα του σκηνοθέτη και πρωταγωνιστή της Κώστα Καζάκου, που είναι κι ο καλλιτεχνικός διευθυντής του ΔΗΠΕΘΕ.

Το έργο πρωτοπαίχτηκε πριν από 115 χρόνια (1902) στη Μόσχα από το Θέατρο Τέχνης σε σκηνοθεσία Κονσταντίν Στανισλάφσκι. Μην ξεχνάμε ότι τότε η απολυταρχική τσαρική Ρωσία σιγοβράζει από κοινωνικές αναταραχές, που θα ενταθούν με το αποτυχημένο επαναστατικό κίνημα του 1905. Με την επιτυχημένη Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917, θα δημιουργηθεί η Σοβιετική Ενωση που θα διαρκέσει για εβδομηνταδύο χρόνια προσφέροντας ελπίδες κι όνειρα, αυταπάτες κι αυταρχισμό ως υπερδύναμη και γενέτειρα του ολοκληρωτικού κομμουνιστικού συστήματος.

Εχοντας ζήσει στο πετσί του τη φτώχεια και κάνοντας διάφορες σκληρές δουλειές, ο Γκόρκι (1868-1936) κατόρθωσε να αυτομορφωθεί και να γίνει ένας από τους πιο δημοφιλείς συγγραφείς του καιρού του.

Με τους θεατρικούς  «Μικροαστούς» αφουγκράζεται την εποχή του, το πολιτικοκοινωνικό γίγνεσθαι, εστιάζοντας κυρίως σε τρία θέματα που τον απασχολούν :

*Στο χάσμα των γενιών, τη διαμετρικά διαφορετική αντίληψη των μεγαλύτερων σε σχέση τους νεαρότερους, το αέναο ρήγμα του παλιού με το καινούργιο.

*Στον εφησυχασμένο τρόπο ζωής, στην κοντόθωρη ματιά βολεμένων μικροαστών αλλά και στο βάλτωμα, την ανία νεαρών ευκατάστατων  διανοουμένων της εποχής εκείνης.

*Στην αισιοδοξία, θέληση και δύναμη του νέου ανθρώπου, που, παρά τη φτώχεια και τις δυσκολίες, θέλει να πάρει τη ζωή στα χέρια του.

Όλα αυτά διαγράφονται και αποτυπώνονται στο άνετο σπίτι μιας μικροαστικής οικογένειας σε μια επαρχιακή πόλη. Στο σπίτι του καλοζωϊσμένου Μπεσέμενοφ ,όπου εκτός από την οικογένεια του (γυναίκα, κόρη και γιό), βλέπουμε και τον περίγυρό του από νοικάρηδες, φίλους, συγγενείς, υπηρετικό προσωπικό.

Με ρεαλιστική γραφή, απλή και αδρή, με το βλέμμα του στο εγγύς μέλλον για μια καλύτερη και δικαιότερη ζωή, με ελαφρές τσεχοφικές επιρροές, ο Γκόρκι «ζωγραφίζει» επιδέξια τους μικροαστούς του, πριν περάσει αργότερα στον στρατευμένο, σοσιαλιστικό ρεαλισμό του.

Με την πλούσια εμπειρία που έχει στο θέατρο, ο Κώστας Καζάκος έστησε σκηνοθετικά μια «κεντημένη» παράσταση εποχής αναδεικνύοντας τις ψυχογραφικές συγκρούσεις των ηρώων, τα διλήμματα, τις αδυναμίες, τα πάθη τους. Ο ίδιος στο ρόλο του βολεμένου πατέρα-αφέντη, του εγωΪστή και καταπιεστικού Μπεσέμενοφ ,που θέλει να ελέγχει τα πάντα γκρινιάζοντας και συμβουλεύοντας με αφόρητο τρόπο τα δυο παιδιά του, είναι εξαιρετικός. Στο πλάΪ του άξια ως υπομονετική και υπάκουη συμβία, η Μελίνα Βαμβακά.

«Τσαλακώνοντας» τη φινετσάτη φιγούρα της, η Κοραλλία Καράντη ερμηνεύει αφοπλιστικά την κόρη του Μπεσέμενοφ, την Τατιάνα. Εχει κυριολεκτικά μεταμορφωθεί σ’αυτή τη γεροντοκορίστικη μεγαλοκοπέλα, που είναι παραιτημένη, κουρασμένη, μελαγχολική και κρυφά ερωτευμένη. Τον αδελφό της Πιοτρ, τον συνεσταλμένο φοιτητή διανοούμενο, που δεν ξέρει τι θέλει και χάνεται στις ιδέες του, υποδύεται πειστικά ο Αλμπέρτο ΦάΪς.

Ο Διονύσης Βούλτσος και ο Φάνης Δίπλας τα καταφέρνουν περίφημα σε δυο μεσαίους αλλά απαιτητικούς ρόλους, που τους κάνουν να βρίσκονται πιωμένοι και στον ιδιαίτερο κόσμο τους. Ο πρώτος ως αφελής και καλοπροαίρετος πουλολόγος Περτσίχιν, ο δεύτερος ως κυνικός, αυτοσαρκαστικός και φιλοσοφών ψάλτης Τέτερεφ. Επίσης η Βίκυ Μαραγκάκη πλάθει όμορφα τη δυναμική και γεμάτη χαρά και αισιοδοξία για ζωή χήρα Ελενα, νοικάρισσα στο σπίτι των Μπεσέμενοφ.

Το πρώτο τους βήμα επί θεατρικής σκηνής  με ζωντάνια και φρεσκάδα κάνουν οι δύο φερέλπιδες Αντώνης Καραστεργίου και Γεωργία Σωτηριανάκου. Εκείνος υποδύεται το νεαρό εργάτη Νιλ, που διψάει κι αγωνίζεται για μια καλύτερη και δικαιότερη ζωή. Εκείνη την Πόλια, την ευγενική, συνεσταλμένη βοηθό του σπιτιού και κόρη του Περτσίχιν.

Λεπτοδουλεμένοι και οι υπόλοιποι μικρότεροι ρόλοι από τους Γεράσιμο Ντάβαρη, Ηρα Ρόκου, Περικλή Βασιλόπουλο και Ιωάννα Στεφανάτου (η τελευταία ως υπηρέτρια Στεπανίντα, παρά τα ελάχιστα λόγια της, είναι χάρμα οφθαλμών στην κίνηση και τις εκφράσεις της).

Στα συν της παράστασης, η δοκιμασμένη μετάφραση του Λυκούργου Καλλέργη,  το υποβλητικό παλαιάς εποχής σκηνικό όπως και τα καλαίσθητα κοστούμια της Θάλειας Ιστικοπούλου,  οι μελωδικές μουσικές «πινελιές» της Σοφίας Καμαγιάννη.