Οι ψυχές και οι μανάδες τη Μεγάλη Εβδομάδα

της λαογράφου Ευγενίας Περιορή (1928-2007)

Κάθε Μεγάλη Εβδομάδα, πολλά λέει ο λαός, για τις ψυχούλες των αγαπημένων νεκρών. Ολες οι γυναίκες , σ’όλη την Ελλάδα λένε πολλά για τη λύτρωση των ψυχών.

«Τη Μεγάλη Πέμπτη, που ο Σωτήρας κατεβαίνει στον Αδη, οι ψυχές των πεθαμένων λυτρώνονται… Ξανασαίνουν κι αυτές και πάνε στα λουλουδάκια. Γι’ αυτό τη Μεγάλη Πέμπτη, τη Μεγάλη Παρασκευή και το Μεγάλο Σάββατο, κάνουμε κόλλυβα, πάμε στα μνημούρια και τα στολίζουμε με λουλούδια.

Οι ψυχούλες βγαίνουν από τον Αδη και ξανασαίνουν, όπως ανασταίνεται ο Χριστός. Μένουν πάνω στη γη, στα λουλουδάκια, πενήντα μέρες, ως το Σάββατο της Γονυκλισίας. Τότε, εμείς οι ζωντανοί γονατίζουμε, γονατίζουν κι οι ψυχές μπροστά στο Θεό, τον προσκυνάνε και γυρίζουν στον τόπο τους.

Από τη Μεγάλη Εβδομάδα ως την Πεντηκοστή, οι ψυχούλες είναι έξω. Κάθονται πάνω στα λουλούδια, στα δέντρα και στα βλαστάρια του αμπελιού. Ναι ! Κάθονται πάνω στα τρυφερά βλαστάρια του αμπελιού ! Γι’ αυτό δεν πρέπει να κόβουμε αυτές τις μέρες βλαστάρια, μήπως πέσουν οι ψυχές που είναι καθισμένες πάνω σ’ αυτά, πονέσουν… και κλάψουν».

Αυτά πιστεύουν και λένε οι καλές χριστιανές. Ολοι οι τάφοι, σ’ όλα τα νεκροταφεία της Ελλάδας, είναι στολισμένοι  με λουλούδια. Εκεί κάθονται οι ψυχούλες των νεκρών, βλέπουν τους αγαπημένους τους και χαίρονται. Από τη Μεγάλη Πέμπτη ως την Πεντηκοστή – της Γονυκλισίας- μην κλάψεις τους νεκρούς. Μην τους πικράνεις. Τ’ άλλο Μεγαλοβδόμαδο, θα ξαναγυρίσουν. Θα δουν το φως, τα χρώματα και θα νιώσουν τα αρώματα των λουλουδιών…

*Μεγάλη Τετάρτη, Μεγάλη Πέμπτη, Μεγάλη Παρασκευή, γέλιο δεν ακούγεται στο ελληνικό χωριό. Καίει ολημερίς το καντήλι, απλώνεται η μυρωδιά του μοσχολίβανου.

Η γυναίκα του χωριού δεν ξέρει πολλά πράγματα για τους Σαδδουκαίους, για τους Ζηλωτές, δεν πολυκαταλαβαίνει την πνευματική Διαθήκη Αγάπης του Χριστού. Εκείνο, όμως, που καταλαβαίνει πολύ καλά και που τη συγκλονίζει είναι το Μαρτύριο του Κυρίου. Ακούει τις ποταπές βρισιές, τις φωνές του όχλου, τις κραυγές των φανατικών, ακούει το κάρφωμα. Μα, πάνω απ’ όλα , η γυναίκα νιώθει τον πόνο της Μάνας του Εσταυρωμένου.

Η Μαρία πόνεσε όπως πονάει κάθε μάνα. Ξεσκίστηκε η καρδιά της σαν είδε το παιδί της στο σταυρό. Και θρήνησε όπως θα θρηνούσε κάθε μάνα.

Οι στίχοι που έγραψε ο λαΪκός στιχοπλόκος, γι’ αυτή την ώρα της Σταύρωσης μα και της Αποκαθήλωσης, είναι τραγικοί.

Το μοιρολόϊ της Παναγίας, που λένε οι γυναίκες της Σάμου, είναι από τα πιο δραματικά. Η Μάνα του Χριστού είναι γονατισμένη μπροστά στο σταυρό, κοιτάζει το γιό της, που ψυχομαχάει, και του μιλάει… Του λέει :

 Σαν τη λαμπάδα τη χυτή
    που χύνουνε στην πόλη,
     έτσι ήταν το κορμάκι σου
    καθημερινή και σκόλη,
    αχ, παιδί μου έχε γειά !

    Χρυσή λαμπάδα μην καείς,
    κι άσπρο κερί μη λιώσεις,
    αχ, παιδί μου, έχε γειά.

Και ο Χριστός, πάνω από το σταυρό, λέει στη μάνα Του :

Μάνα, όταν με γέννησες
  γιατί δε μου το είπες,
  αχ, μανούλα μου, γλυκιά,
  πως έχει ο κόσμος βάσανα,
  πως έχει ο κόσμος πίκρες,
  αχ, μανούλα, έχε γειά.

(από το βιβλίο της «Μείνατε ώδε και γρηγορείτε –δρώμενα και λεγόμενα της Μεγάλης Εβδομάδας», εκδόσεις Φυτράκη)