Ο ζυμαράκης

γράφει ο Δημήτρης Αβούρης (παραμυθάς-ποιητής)

Κυρά, άνοιξε το φούρνο σου να πάρω ένα ψωμάκι.

Δεν είχα ξύλα αποκρίνεται και έσταζε ούλη φαρμάκι.

Μου σώθηκε και η φωτιά, μου ‘πεσε στο ποτάμι,

όπως η δόλια έσκυψα, έγινε το νερό αφιάμι.

 

Μου ‘σπασε και το φουρνόξυλο και ψάχνω άλλο να βρω

όλο ζυμώνω μοναχή, φτιάχνω καλό ζυμάρι.

Όταν ασπρίσει ο φούρνος μου και φύγει όλο το μαύρο

τότες θα είναι έτοιμος- βοήθα με παλικάρι.

 

Και εγώ που ήμουνα πολύ, σαν την είδα, πεινασμένος

το γλύκανα στο τρίψιμο ξυλάκι και φουρνάκι

και το ζυμάρι εφούσκωνε και ο φούρνος, για τα καλά αναμμένος

δεν έχασα διόλου καιρό, σπρώχνω το ζυμαράκι.

 

Του φούρνου το αγκομαχητό εγίνηκε φουρνέλο

καυτή λάβα ερχότανε – Θεός να με φυλάξει.

Σπίθες εβγαίνανε παντού και εφώναξε σε όλα: θέλω.

Εφλόγιζε κάθε φιλί που ήθελε να με κάψει.

 

Κλειώ το φούρνο τση καλά, να μη του φύγει η λαύρα.

Γύρω- γύρω, τον χάιδευα να νιώθω την πυρά του.

Όπου η θέρμη είναι πολλή χρειάζεται η αύρα

να γίνει ένας ποταμός να σβήσει την κυρά του.

 

Και βρέθηκε ο ποταμός να χύνεται σε λιμνούλα

και τα βουνά τριγύρω εκεί, κοίταξα, κι είχαν χιόνι.

Ζεστός ιδρώτας έσταζε και μουσκεμένα ούλα

και άκουσα τη φουρνάρισσα, να λέει κρυώνει- λιώνει!

 

Τα ‘χασα τότε ο δύσμοιρος, μια κάψα μια κρύο.

Ανοίγω με μιας το φούρνο τση, ο ζυμαράκης λιωμένος!

Θαύμα, μου λέει, γίνεται αν το δύο γίνει τρίο.

Τον λόγο, δεν κατάλαβα και όλο ρωτώ ο καημένος.

 

Πως ημπορεί, για πέστε μου, φουρνάρισσα να ζυμώνει

δίχως φωτιά, φουρνόξυλο και δίχως ξυλαράκι;

Την καψερή βοηθήστε τη, μιας και ζει μόνη

και όποιος θέλει να φάει ψωμί ας βάλει ένα χεράκι.

 

Ο καλός ο φούρνος θέλει καλά ν’ ανάψει καλά και να καεί

να θρέψει τόσα στόματα που περιμένουν στην τάβλα.

Να ‘ναι η φουρνάρισσα, ξαναμμένη πρωί πρωί

και για προσάναμμα θέλει πολλούς. Τελεία και παύλα.