Σολωμός, Καβάφης, Ελύτης περί έρωτος

«Το όνειρο» του Διονυσίου Σολωμού

Άκου έν’ όνειρο, ψυχή μου
και της ομορφιάς θεά.
Μου εφαινότουν οπώς ήμουν
μετ’ εσένα μία νυχτιά.

Σ’ ένα ωραίο περιβολάκι
περπατούσαμε μαζί.
Όλα ελάμπανε τ’ αστέρια
και τα κοίταζες εσύ.

Εγώ τσόλεα: Πέστε, αστέρια,
είν’ κανέν’ από τ’ εσάς,
που να λάμπει από `κει απάνου
σαν τα μάτια της κυράς ;

Πέστε αν είδετε ποτέ σας
σ’ άλλη τέτοια ωραία μαλλιά,
τέτοιο χέρι, τέτοιο πόδι,
τέτοια αγγελική θωριά ;

Εσύ έκαμες ετότες
γέλιο τόσο αγγελικό,
που μου φάνηκε πως είδα
ανοιχτό τον ουρανό.

Και παράμερα σ’ επήρα
εισέ μια τριανταφυλλιά
κι έπεσά σου αγάλι αγάλι
στην ολόλευκη αγκαλιά.

Κάθε φίλημα ψυχή μου
όπου μόδινες γλυκά,
εξεφύτρωνε άλλο ρόδο
απ’ την τριανταφυλλιά.

Όλη νύχτα εξεφυτρώσαν,
ως οπούλαμψεν η αυγή,
που μας ηύρε και τους δυο μας
με την όψη μας χλωμή.

Τούτο είν’ τ’ όνειρο ψυχή μου.
Τώρα στέκεται εις εσέ,
να το κάμεις ν’ αληθέψει
και να θυμηθεις για με.

 

«Τα επικίνδυνα» του Κωνσταντίνου Καβάφη

Είπε ο Μυρτίας (Σύρος σπουδαστής
στην Αλεξάνδρεια* επί βασιλείας
αυγούστου Κώνσταντος και αυγούστου Κωνσταντίου*
εν μέρει εθνικός, κ’εν μέρει χριστιανίζων)*

«Δυναμωμένος με θεωρία και μελέτη,
εγώ τα πάθη μου δεν θα φοβούμαι σα δειλός.
Το σώμα μου στες ηδονές θα δώσω,
στες απολαύσεις τες ονειρεμένες,
στες τολμηρότερες ερωτικές επιθυμίες,
στες λάγνες του αίματός μου ορμές, χωρίς
κανένα φόβο, γιατί όταν θέλω –
και θα’χω θέλησι, δυναμωμένος
ως θα’μαι με θεωρία και μελέτη –
στες κρίσιμες στιγμές θα ξαναβρίσκω
το πνεύμα μου, σαν πριν, ασκητικό».

 

   Από το «Μονόγραμμα» του Οδυσσέα Ελύτη

Πώς αλλιώς, αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι…

Έτσι μιλώ γιά σένα καί γιά μένα

Επειδή σ’ αγαπώ καί στήν αγάπη ξέρω
Νά μπαίνω σάν Πανσέληνος
Από παντού, γιά το μικρό το πόδι σου μες στ’ αχανή σεντόνια
Νά μαδάω γιασεμιά -κι έχω τη δύναμη
Αποκοιμισμένη, νά φυσώ νά σέ πηγαίνω
Μέσ’ από φεγγερά περάσματα καί κρυφές της θάλασσας στοές
Υπνωτισμένα δέντρα μέ αράχνες πού ασημίζουνε

Ακουστά σ’ έχουν τα κύματα
Πώς χαιδεύεις, πώς φιλάς
Πώς λές ψιθυριστά το «τί» καί το «έ»
Τριγύρω στό λαιμό στόν όρμο
Πάντα εμείς το φως κι η σκιά

Πάντα εσύ τ’ αστεράκι καί πάντα εγώ το σκοτεινό πλεούμενο
Πάντα εσύ το λιμάνι κι εγώ το φανάρι τό δεξιά
Τό βρεγμένο μουράγιο καί η λάμψη επάνω στά κουπιά
Ψηλά στό σπίτι μέ τίς κληματίδες
Τά δετά τριαντάφυλλα, καί τό νερό πού κρυώνει
Πάντα εσύ τό πέτρινο άγαλμα καί πάντα εγώ η σκιά πού μεγαλώνει
Τό γερτό παντζούρι εσύ, ο αέρας πού τό ανοίγει εγώ
Επειδή σ’ αγαπώ και σ’ αγαπώ
Πάντα εσύ τό νόμισμα καί εγώ η λατρεία πού το εξαργυρώνει…