Σοφία Μιμιλίδου (Εδεσσα)

Αναγέννηση

...Γιατὶ ἐνύχτωσε κ’ οἱ βάρβαροι δὲν ἦλθαν.
Καὶ μερικοὶ ἔφθασαν ἀπ’ τὰ σύνορα,
καὶ εἴπανε πὼς βάρβαροι πιὰ δὲν ὑπάρχουν…
Κ. Π. Καβάφης

Μια άλλη μέρα, λες, ξημερώνει.
Ζούμε περιμένοντας τις καλύτερες μέρες.
Συνηθίσαμε η γραφή του δίκιου μας να ξηλώνεται απ’ τα μεγάλα πανό
και να τρυπώνει στα βουλωμένα φρεάτια
χωρίς να νοιαζόμαστε για τις πλημμύρες που θα μας πνίξουν κάποτε.

Το δικαστήριο μας έκρινε ένοχους
και οι ένοχοι πρέπει να τιμωρούνται και να παραδειγματίζουν
και να χάνονται ακόμη αν είναι ανάγκη για το «συλλογικό καλό».

Συγχώρεσε την ανυπακοή μας, Ευρώπη!
Θ’ απλώσουμε τα χέρια μας στοιχισμένοι ο ένας πίσω απ’ τον άλλο
στο βούρδουλα της Δικαιοσύνης σου!
Ας σκύψουμε το κεφάλι μας κι ας αποδεχτούμε το βάπτισμα του φταίχτη,
απεγνωσμένα ζητώντας την άφεση
απ’ τα ακριβά σου συγχωροχάρτια.

Εμπρός, λοιπόν, για μια νέα Σταυροφορία,
Δύση, σε υπηρετούμε!
Στις υπηρεσίες σου, Ευρώπη, να πουλήσουμε στα παζάρια
τις καρδιές και τα σπλάχνα μας
μόλις ολοκληρωθεί και το τελευταίο παιδομάζωμα.

Ιδού, σου παραδινόμαστε μ’ όσα έχουμε και δεν έχουμε!
Κι αν τα ερείπιά μας δε σου είναι αρκετά,
μπορείς να φορτώσεις ύστερα, τα βαλσαμωμένα σώματά μας
για να στολίσεις τα σπουδαία Μουσεία σου.

Ορίστε, λοιπόν, ο χρυσός των προγόνων μας
– δε μας ανήκει πια!
Για σένα χάρισμα,
να χτίσεις και πάλι στα κουφάρια μας τους ναούς της Αναγέννησής
σου,
Ευρώπη των λαών, των Τεχνών
και των μεγάλων αγώνων του Ανθρώπου.

Αργεί να ξημερώσει.
Ποιος θα βρεθεί ν’ αποσυνδέσει τώρα τις πανάρχαιες βόμβες του
πολέμου;
Ποιος βλέπει αλήθεια τις άηχες σφαίρες
που αιματοκυλούν ένα αίμα διάφανο;

Ζούμε για να περιμένουμε τις καλύτερες μέρες.
Μα όπως κι οι βάρβαροι
έτσι κι εκείνες
φαίνεται να μας ξέχασαν πια
και κάθε φωτεινή όψη του ήλιου για μας νυχτώνει.

Δεσμώτης της τιμής

Είπες μια μέρα:
«Εγώ και την καρδιά μου θα έδινα για την Ελλάδα».
Κι άλλοι το είπαν. Δεν έδωσαν, όμως, ούτε μια ανάσα.
Κι εσύ, μένεις δεσμώτης της τιμής με έναν αετό
να καταπίνει την καρδιά σου κάθε μέρα που αυτή ξαναγεννιέται.

Γιατί εσύ…
Είχες δει το δάκρυ να κυλά από τα γερασμένα μάτια
όταν ήσουν νέος ακόμη.
Είχες δει σώματα ρημαγμένα στο κόκκινο χώμα.
Είχες ακούσει το πένθιμο τραγούδι
μιας λύρας ξεκούρδιστης να βγαίνει από στόματα στεγνά,
που ήξερες πως θα σωπάσουν μια για πάντα
αν δε μιλήσουν μέσ’ από τα δικά σου λόγια.
Είχες σφίξει τα ζαρωμένα χέρια.
Είχες νιώσει τη δύναμή τους.
Και ήταν πιο δυνατά απ’ τα δικά σου.

Έδωσες μια υπόσχεση.
Φίλησες ένα λευκό σταυρό.
Μάζεψες πέντε γαλάζιες λωρίδες και τις έμπηξες στην καρδιά σου.

Πέρασαν πολλά φεγγάρια από τότε.
Τώρα φοράς ένα μαύρο περιβραχιόνιο.
Βλέπεις μια κόρη ξαπλωμένη σ’ έναν κόκκινο βωμό.
Φοράει ένα αγκάθινο στεφάνι και το σώμα της γδαρμένο.
Τα κοράκια πετούν, περιμένουν.

Άκουσες πολλούς να λένε πως όλα τέλειωσαν,
να φεύγουν σκυφτοί.
Είδες τους άνδρες με τα μαχαίρια κάτω απ’ τις μασχάλες.
Είδες το λάκκο πίσω απ’ το βωμό.
Θυμήθηκες αυτό που είχες πει κάποτε.
Θυμήθηκες δύο γέρικα μάτια να σε φωνάζουν.

Σκιές έκρυψαν το σώμα και τα μάτια χαμήλωσαν.
Βγήκες μπροστά, φώναξες κρατώντας μια δάδα:
«Είναι προδότες, στα χέρια τους κρατούν μαχαίρια,
ο κόκκινος βωμός κρύβει το αίμα, ο λάκκος περιμένει
να κοιμίσει ένα σώμα, τα κοράκια πεινούν. Δεν το βλέπετε;».
Ακόμα προσπαθείς ν’ ανάψεις τη φωτιά σου
στων ανθρώπων τις κρύες καρδιές
κι ας βλέπεις κάθε μέρα του αετού το ειρωνικό χαμόγελο,
εσύ, ένας δεσμώτης της τιμής.

Κάποιους ήρωες τα βιβλία τούς ξεχνούν.
Τα ονόματά τους μένουν λαξευμένα στις καρδιές
που ξέρουν να κρατούν υποσχέσεις.