«Ταξίδι ασυνόδευτο» της Λουκρητίας Δούναβη

   Φωνές σιωπής

  Μια εκ βαθέων εξομολόγηση, τολμηρή και γενναία. Σκέψεις, μνήμες, αναδρομές, συλλογισμοί που μοιάζουν με μποτίλιες στο πέλαγος της ανθρώπινης ύπαρξης. Το τελευταίο βιβλίο της Λουκρητίας Δούναβη «Ταξίδι ασυνόδευτο» (εκδόσεις Γαβριηλίδης).

Υφάντρα του λόγου, η Λουκρητία Δούναβη ζεί στη γενέτειρά της τη Σύρο. Παλαιάς κοπής αλλά παντός καιρού. Κεντάει μικρές ιστορίες, λεπτοκαμωμένα σεμέν και κουρτινάκια φτιαγμένα με απλότητα, φινέτσα και μαστοριά κυκλαδίτικη.

Στα εργόχειρα αφηγήματά της, όπως για παράδειγμα στο «Βυσσινί φουστάνι» ή τις «Φωνές του σώματος»,  συνυπάρχουν χαρές και πίκρες, απουσία και νοσταλγία, γιορτή και ξόδι, απώλειες και διαψεύσεις, συγκινητικά κι εύθυμα περιστατικά. Ολα αυτά μέσα από τη συμπυκνωμένη, κελαρυστή γραφή της, που αποπνέει συχνά άρωμα αιγαιοπελαγίτικο, συριανό.

Στο «Ταξίδι ασυνόδευτο», ένα βιβλίο μόλις ενενήντα σελίδων με κείμενα μικρής αφήγησης, ο στοχασμός και το συναίσθημα, οι σκέψεις και οι αισθήσεις αλληλοσυμπληρώνονται. Μ’ έναν λεπταίσθητο τρόπο η συγγραφέας πιάνει το νήμα της ζωής της από τα μικράτα και τη νιότη της έως τη σημερινή… «τρίτη εφηβεία της», όπως λέει κάπου.

Αρχικά βγάζει ένα παράπονο, μια πίκρα χαμένων στιγμών, ενθυμούμενη τις αυστηρές, κοινωνικές και θρησκευτικές υποχρεώσεις παλαιοτέρων εποχών, τους ενοχικούς διχασμούς ανάμεσα στο «πρέπον» και στο «άπρεπον». Γράφει :

«Μας ξεγελάσανε στην επαρχία –ο έρωτας δεν είναι αμαρτία… Το πάθος είναι πυρκαγιά, κι έρχονται οι χρόνοι, συνεργεία σωστικά, να καταστείλουν την ορμή του». Και κάπου αλλού :

«Πόσες νύχτες πέρασαν  με παραμιλητό, θυμούς, διαπιστώσεις ψυχοφθόρες, προσωπικές συγκρούσεις, ατέλειωτα ερωτηματικά, αναζητήσεις αλήθειας… Η ζωή μου πλεούμενο στη θάλασσα των άλλων… Φταίει η ιδιοσυγκρασία μου, η υπερβολική και ψυχοφθόρα ευαισθησία μου για όλους και για όλα. Μεγάλωσα ληστεύοντας τον εαυτό μου… Τα μεγάλα ταξίδια της ζωής μου ήταν ασυνόδευτα».

Σιγά-σιγά θέλησε να γίνει μια γυναίκα αντοχής. «Να μη λυγίζω στην απαίτηση των άλλων, να αδιαφορώ για τα επουσιώδη, να αγαπώ».

Τα δώρα καρδιάς που της πρόσφεραν αγαπημένα της πρόσωπα την ανακουφίζουν, τη γαληνεύουν. Το τραγούδι, οι άγγελοι, η γραφή, οι φίλοι έγιναν μερικά από τα αποκούμπια της.  Ιδιαίτερη μνεία κάνει στον ξεχωριστό φίλο της, τον Αγγελινό, που στάθηκε για κείνην ουσιαστικός δάσκαλος (προφανώς είναι ο αφοσιωμένος σ’ όλη του τη ζωή σε φιλοσοφικά έργα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας Ευάγγελος Ρούσσος).

Γράφει : «Ο, τι εισπράττουμε από ένα φωτεινό μυαλό είναι διδασκαλία, αρκεί η επιθυμία να είναι αληθινή για να μαζέψεις τη σοδειά… Ο καλός δάσκαλος δεν επιβάλλει τίποτα, απλώς συζητάει, ακούει, είναι αυστηρός. Συνάμα είναι δίκαιος, εμψυχώνει με τον τρόπο του, επαινεί ό, τι αξίζει, επικρίνει τους κακόβουλους, αποδοκιμάζει το ψέμα, την ανοησία, εξυμνεί την ομορφιά, σε κάνει να μη φοβάσαι τίποτα. Γίνεσαι καλύτερος άνθρωπος».
Αλλά και η γραφή για κείνη είναι μεγάλο αποκούμπι. «Ανασαίνω στην άκρη του λόγου. Η έμπνευση είναι θεραπευτική».

Δεν είναι τυχαίο που στο βιβλίο της  προτάσσει ως μότο τη ρήση του Δημόκριτου : «Η ανδρεία κάνει τις συμφορές μικρές». Και η γενναιότητα, το θάρρος χαρακτηρίζουν τη Λουκρητία Δούναβη.

Η Λουκρητία Δούναβη είναι ένα γήϊνο πλάσμα με παλλόμενες αισθήσεις και σκέψεις, με το βαθύ γυναικείο ένστικτο της ζωής. Θυμάται με νοσταλγία και λατρεία τη μάνα της. «Την ένιωθα πάντα εκεί στα παιδικά μου χρόνια, καταφύγιο η αγκαλιά της… Ξύπνα μαμά, να μου πεις πως μ’ αγαπάς, να ησυχάσω».

Είναι και η ίδια  μάνα , μιλάει για το επώδυνο θαύμα της γέννας, για τη χαρά, τη φροντίδα και τη λάτρα των μικρών αυτών πλασμάτων,  χάνεται στα μάτια των παιδιών της.

«Ηθελα τα παιδιά μου να είναι ανεξάρτητα*εγώ ήμουν πάντα εξαρτημένη. Τα προβλήματά τους με τυραννούν. Δεν επενέβην στις επιλογές τους, σε πολλά φάγανε τα μούτρα τους… Ο γιός μου με παρηγορεί λέγοντάς μου ότι τα λάθη μας είναι η ιστορία μας». Για να προσθέσει μ’έμφαση : «Μανάδες, αιώνιες πληγές».

Αξιοθαύμαστος ο τρόπος που διαχειρίζεται στο πέρασμα του χρόνου την πάθησή της, τη σκλήρυνση κατά πλάκας.

«Είμαι ένα άτομο με αναγκαστικές ιδιότητες. Δεν είπα ποτέ γιατί έτυχε σ’ εμένα.  Όλα είναι για όλους… Ναυάγησε το σώμα μου, μα δεν εχάθη… Ψηλαφίζω τα ίχνη των χρόνων μου. Εχουν γοητεία, πίκρα, έρωτα, απογοήτευση, αγάπη, αφοσίωση και τα λοιπά και τα  λοιπά… Προσπάθησα να γίνω μια χαμογελαστή πάσχουσα. Τουλάχιστον δεν έζησα μια ζωή στο περίπου».

Κάπου αλλού γράφει : « Στην αγάπη δεν χωράει η απαίτηση* στην αγάπη, στη φιλία, στο σεβασμό δεν υπάρχει συμφέρον. Δεν με αφορούν ούτε οι εγωιστές, ούτε οι συμφεροντολόγοι, ούτε οι κακόβουλοι. Οι πικρόχολοι, οι στενόμυαλοι, οι μικρόψυχοι είναι οι χαμηλόμισθοι της ζωής». Και παρακάτω :
«Τυχεροί αυτοί που αγαπήθηκαν  και το γνωρίζουν κι αυτοί που αγαπάνε και το  δείχνουν. Ζουν την ώρα των χρωμάτων γιατί όποιος δεν αγαπά, από κανέναν δεν αγαπιέται».

Αυθόρμητη, ειλικρινής, θαρραλέα, ενίοτε τσουχτερή και “αυτοκρατορικά μοναχική”,  η Λουκρητία Δούναβη σε κερδίζει με την ξεχωριστή γραφή της, με  τον ντόμπρο χαρακτήρα της, με τη γοητευτικά… φάλτσα φωνή της. Στη συριανή κοινωνία και στην ελληνική λογοτεχνία γενικότερα έχει μια επάξια θέση, διακριτική και ουσιαστική.