Τα καθολικά εξωκκλήσια της Σύρου

  Ενας Τήνιος ορθόδοξος  με αδυναμία στο νησί του, στη θάλασσα, το φως, την πέτρα, στα χωριά και τα υπαίθρια εκκλησάκια του  να «ταξιδεύει» στη γειτονική συγγενικών αλλά και διαφορετικών ομορφιών Σύρο, μ’ αφορμή τα καθολικά εξωκκλήσια της ;

Γιατί όχι, όταν το ομόθρησκο έστω και διαφορετικού δόγματος είναι καλόγουστο, σεβαστικό, με πίστη και απλότητα (η χριστιανική αγάπη, ταπεινοφροσύνη και καλοσύνη είναι κοινό ζητούμενο έστω κι αν καταπατείται συχνάκις στο όνομα του συμφέροντος και του χρήματος).

Αφορμή, ένα καλαίσθητο φωτογραφικό άλμπουμ και συνάμα μια ενδελεχής μελέτη με τίτλο «Τα καθολικά εξωκκλήσια της Σύρας έως τις αρχές του 19ου αιώνα». Με εξαιρετικές, ασπρόμαυρες εξωτερικά και έγχρωμες εσωτερικά, φωτογραφίες του έμπειρου και καταξιωμένου Πλάτωνα Ριβέλλη και την τεκμηριωμένη έρευνα της ιστορικού τέχνης Μαρίας-Θηρεσίας Δαλέζιου για τα παλαιά καθολικά εξωκκλήσια της συριανής υπαίθρου (εκδόσεις Φωτοχώρος).

Η Αγία Μαρίνα στα ‘Αδειατα, η Παναγία στον Αγρό, ο Σα Μιχάλης στην Απάνω Μεριά, ο Αγιος Πέτρος στο Κίνι, ο Αγιος Γεώργιος στον Κάμπο, ο Αγιος Μάμας στον Γαλησσά,  η Παναγία των Αγγέλων στην Αληθινή, ο Αγιος Αιμιλιανός στο Ανω Μάνα, η Παναγία η Γριζιανή στου Γρίζα, κ.α. Πενηνταέξι εξωκκλήσια διάσπαρτα στη Σύρο μετά από διετή «εξερεύνηση» του νησιού μ’αρκετό μόχθο, θαυμάσιο φωτογραφικό αποτέλεσμα και εμπεριστατωμένη γραπτή έρευνα.

«Όταν φωτογράφιζα τα ξωκκλήσια απολάμβανα τις μαγικές τοποθεσίες που είχαν επιλέξει οι αρχικοί κτίστες, θαύμαζα την απέριττη αισθητική των οικοδομημάτων, ένιωθα την παρουσία και την ευλάβεια των πιστών και βυθιζόμουν στους αιώνες του ευρωπαϊκού πολιτισμού, όπως πρισματικά μου παρουσιαζόταν μέσα από το λευκό του Αιγαίου και την πολυχρωμία της δυτικής αγιογραφίας… Φύση, θρησκεία και τέχνη σε μια απαράμιλλη και σύνθετη περιπέτεια» γράφει στο σημείωμά του ο Πλάτων Ριβέλλης, που έχει «πολιτογραφηθεί» εδώ και αρκετά χρόνια κάτοικος Σύρου.

Τονίζει τις εξωτερικά αρχιτεκτονικές ομοιότητες που έχουν με τα ορθόδοξα εκκλησάκια, τις επιρροές που έχουν υποστεί στο πέρασμα του χρόνου μ’ αυτό το ιδιαίτερο αιγαιοπελαγίτικο «χρώμα». Παράλληλα αναφέρει  τις εσωτερικές διαφορές όπου είναι έκδηλη η δογματική και αισθητική συγγένεια με τις εκκλησίες της Δύσης (διάκοσμος, αντικείμενα, εικόνες).

Στον επίλογό του, ο Ριβέλλης εξηγεί την επιλογή του να βγάλει ασπρόμαυρες φωτογραφίες τα εξωτερικά των ξωκλησιών και έγχρωμες τα εσωτερικά τους. Μια αντίθεση που «αναδεικνύει την αίσθηση που έχει ο επισκέπτης, όταν από το μινιμαλιστικό αιγαιοπελαγίτικο τοπίο μεταβαίνει στην μπαρόκ αισθητική της λαΪκής ευλάβειας των καθολικών πιστών». Το ασπρόμαυρο χρώμα αναδεικνύει «τα ανυπέρβλητα αυτά δείγματα της λαϊκής αρχιτεκτονικής που είναι η λιτότητα και η αυστηρότητα». Και καταλήγει λέγοντας ότι με το φωτογραφικό αυτό έργο του «πιθανόν να συνδέει για πρώτη φορά το ιερό με το κοσμικό και τα μνημεία με τις αισθήσεις».

Ένα μέρος από τις συνολικά 182 φωτογραφίες  (95 ασπρόμαυρες και 87 έγχρωμες) είχε παρουσιαστεί σε ατομική έκθεσή του την άνοιξη του 2014 στην Ελληνοαμερικάνικη Ενωση.

Η ιστορικός τέχνης Μαρία-Θηρεσία Δαλέζιου, που είναι Συριανή κι ασχολείται αδιαλείπτως και επιμελώς με ανάλογα θέματα του τόπου της αναφέρει στην εισαγωγή της :

«Ο στόχος μου ήταν, μέσα από την παρουσία αυτών των ναϊκών κτισμάτων στο συριανό αγροτικό τοπίο, να ανιχνεύσω την κοινωνική, δηλαδή την ιστορική διάστασή τους… Να προσδιορίσω το χρόνο, το χώρο και, μέσω του τοπικού παραδείγματος, να αγγίξω τη γενική ιστορία. Με λίγα λόγια, το συριανό εξωκκλήσι θα λειτουργούσε ως εργαλείο για την κατανόηση της κοινωνίας, όπου εντασσόταν».

Δίνοντας αρχικά ένα περιεκτικό ιστοριογραφικό «πορτρέτο» της Σύρου προχωράει στη συστηματική καταγραφή των καθολικών εξωκκλησιών του νησιού. Τα παρουσιάζει σε ιστορικό βάθος με βάση τα κοινωνικά, οικονομικά και αρχιτεκτονικά δεδομένα (τα περισσότερα από αυτά χρονολογούνται τον 16ο και 17ο αιώνα).

Στην έρευνά της αυτή άντλησε στοιχεία από γραπτές πηγές προερχόμενες από τα Αρχεία της Καθολικής Επισκοπής Σύρας και της Ιεράς Συνόδου για τη Διάδοση της Πίστης καθώς και σε δευτερογενείς πηγές όπως το βιβλίο του ιησουϊτη ιστορικού Γκεόργκ Χόφμαν για τη Σύρο, τη μελέτη του γλωσσολόγου Αντώνιου Σιγάλα και άλλων.

Αρχιτεκτονικά τα περισσότερα εξωκκλήσια, όπως αναφέρει,  είναι μονόχωρα, επιμήκη, με στέγη επίπεδη, το λεγόμενο «δώμα» (υπάρχουν και κάποια μονόχωρα, καμαροσκεπή). «Αρχικά φτιαγμένα με λάσπη χωρίς ασβέστη και αργότερα με το «τσιμέντο» της εποχής γνωστό ως «κουρασάνι», που περιείχε ασβέστη, άμμο και τρίμματα κεράμων».

Στον επίλογό της επισημαίνει :

«Από τα παλαιά εξωκκλήσια της Σύρου ορισμένα επέζησαν , διατηρώντας τη φυσιογνωμία μιας απέριττης παρουσίας και τα ίχνη αυθεντικής ανθρώπινης έγνοιας.
‘Αλλα παραμορφώθηκαν και άλλα σιωπούν σε απόμερα σημεία της συριανής υπαίθρου.
Από τα 176 εξωκκλήσια της πρώτης καταγραφής με τον τοπωνυμικό προσδιορισμό του Ντομένικο Μαρένγκο (1631) «λειτουργούνται» σήμερα 56».

Στο τέλος του άλμπουμ υπάρχουν δελτία καταγραφής εξωκκλησιών,  κατάλογος φωτογραφιών, γλωσσάρι, βιβλιογραφία, κλπ.