«Τα παιδιά του Στάλιν» του Οουεν Μάθιους

Οταν ο έρωτας νικάει την Ιστορία

  «Δεν έχουμε το δικαίωμα να είμαστε αδύναμοι. Η ζωή θα μας συντρίψει μέσα σ’ενα λεπτό και κανένας δεν θ’ακούσει τις φωνές μας»  (Λιουντμίλα Μπιμπίκοφ).

Οταν ο έρωτας και η ανθρώπινη θέληση νικούν την Ιστορία, τον Ψυχρό Πόλεμο,  όταν η πραγματικότητα της ζωής ξεπερνάει τη φαντασία της λογοτεχνίας.

Το βιβλίο του Βρετανού δημοσιογράφου Οουεν Μάθιους «Τα παιδιά του Στάλιν» (εκδόσεις «Μοντέρνοι Καιροί») είναι ένα συναρπαστικό, περιπετειώδες χρονικό τριών γενιών της οικογένειάς του. Παράλληλα μια ενδελεχής «ακτινογράφηση» της Ρωσίας και της προγενέστερης Σοβιετικής Ενωσης από τη δεκαετία του 1930 έως εκείνη του 1990.

Σε πρώτο πλάνο η Ρωσίδα μητέρα του συγγραφέα, η Λιουντμίλα Μπιμπίκοφ κι ο Ουαλός πατέρας του, ο Μέρβιν Μάθιους,  διπλωματικός υπάλληλος της βρετανικής πρεσβείας. Γνωρίστηκαν για λίγους μήνες κι αλληλοερωτεύθηκαν στη Μόσχα την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου.

Μην ενδίδοντας σ’ εκβιαστικά παιχνίδια της σοβιετικής Κα Γκε Μπε, ο Μέρβιν θ’απελαθεί. Πεντέμισι αβάσταχτα χρόνια θα μείνουν μακριά ο ένας απο τον άλλο (1964-1969) και θ’ αναπτυχθεί μια φλογερή αλληλογραφία μεταξύ τους.

O Μέρβιν θα σηκώσει γη και ουρανό για να προσεγγίσει Σοβιετικούς πολιτικούς σε ταξίδια τους στην Ευρώπη αλλά και δύσκαμπτους συμπατριώτες του διπλωμάτες για να τους πείσει να επιτρέψουν να γίνει ο γάμος τους. Θα τα καταφέρει τελικά με το κουράγιο της αγαπημένης του να πάει στη Μόσχα να την παντρευτεί και να επιστρέψουν αμέσως στην Αγγλία.

Σε δεύτερο πλάνο  η προγενέστερη ζωή της Λουντμίλα και της μεγαλύτερης αδελφής της Λένινα στο σοβιετικό καθεστώς. Κοριτσάκια, έμειναν ορφανά όταν συνελήφθη ξαφνικά ο πατέρας τους, στέλεχος του Κόμματος, φυλακίσθηκε κι εκτελέστηκε  ως «εχθρός του λαού» στις μεγάλες τότε σταλινικές εκκαθαρίσεις. Η μάνα τους εξορίστηκε σε στρατόπεδο κι εκείνα σε ορφανοτροφείο σ’ άθλιες συνθήκες ( η Λουντμίλα λόγω φυματίωσης θ’ αποκτήσει  χρόνιο πρόβλημα στο δεξί πόδι της). Στα χρόνια του πολέμου με τους Γερμανούς, θα μεταφερθούν  με  παραποτάμια σχεδία σ’ άλλο ίδρυμα χωριού. Κάποια στιγμή θα φτάσουν στη Μόσχα, θα σπουδάσουν, θα ορθοποδήσουν.

Σε τρίτο πλάνο ο ίδιος ο συγγραφέας, πολεμικός ανταποκριτής στη Μέση Ανατολή παλαιότερα. Ζώντας αρκετά χρόνια στη Μόσχα με τη Ρωσίδα σύζυγό του και τα δυο παιδιά του είναι εκεί υπεύθυνος του παραρτήματος του περιοδικού «Newsweek».

Οξυδερκής και γλαφυρός αφηγητής ισορροπεί επιδέξια ανάμεσα στο προσωπικό και το συλλογικό κάνοντας μια εντυπωσιακή κατάθεση γεγονότων για την οδύσσεια των γονιών του αλλά και για το κλίμα μιας ολόκληρης εποχής.

Με στοιχεία και ντοκουμέντα ερευνά επίσης το ανελεύθερο σοβιετικό καθεστώς αλλά και το διάδοχο δημοκρατικό «μόρφωμα» στη Ρωσία με τον αχαλίνωτο καπιταλισμό και τον επιδεικτικό νεοπλουτισμό κάποιων που εκμεταλλεύτηκαν τις περιστάσεις.

Από αυτό το βιβλίο-χρονικό την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου παραθέτουμε ενδεικτικά μια  επιστολή απίστευτης αγάπης, θέλησης και εγκαρτέρησης που στέλνει από τη Μόσχα η Λουντμίλα  στον άνθρωπο της ζωή  της, στον  Κέβιν, που απελάθηκε και βρίσκεται στην Αγγλία. Και τη δική του απάντηση σ’εκείνην.

Από τη Ρωσία με αγάπη

«Ποτέ δεν έχω γράψει τέτοιο γράμμα σε κανέναν, όλα εδώ είναι ειλικρινή και αληθινά. Η αγάπη μου για σένα μπορεί να φαίνεται παθολογικά δυνατή. Στην εποχή μας ο άνθρωπος διδάσκεται να αρκείται σε λίγα, σε ημίμετρα, σε επιφανειακά πράγματα. Ξεχνούν εύκολα τα αισθήματα, χωρίζουν εύκολα και εύκολα προδίδουν ο ένας τον άλλο, δέχονται εύκολα υποκατάστατα, ακόμα και στον έρωτα.

   Σ’όλη μου τη ζωή πήγαινα κόντρα στο ρεύμα* όλη μου η ζωή ήταν ένας άγριος αγώνας ενάντια σε απόπειρες να μου επιβάλλουν έναν τρόπο ζωής, έναν τρόπο σκέψης που μου φαίνεται εντελώς απαράδεκτος. Η ζωή μου ήταν ένας αγώνας για ανεξαρτησία και, τελικά, ένας αγώνας για έρωτα.

    Από πολύ μικρή είχα συνεχώς μια ζωηρή διένεξη με τη ζωή. Η ζωή μου έλεγε: «Μη σπουδάζεις!. Μην αγαπάς υπέροχα πράγματα ! Κορόϊδεψε ! Μην πιστεύεις στον έρωτα ! Πρόδωσε τους φίλους σου ! Μη σκέφτεσαι ! Υπάκουσε !». Εγώ όμως πεισματικά απαντούσα σε όλα αυτά «όχι» και συνέχιζα στο δύσκολο μονοπάτι μου μέσα από τα χαλάσματα.

   Η ζωή ήταν σκληρή και εκδικητική. Μου αρνήθηκε την αγάπη, την καλοσύνη, τη ζεστασιά. Ωστόσο η δίψα μου για αυτά απλώς γινόταν ακόμα πιο έντονη. Η ζωή προσπάθησε να με πείσει  ότι η ευτυχία είναι κάτι το αδύνατο, εγώ όμως εξακολουθούσα να πιστεύω, εξακολουθούσα να την ψάχνω, έτοιμη να παλέψω γι’αυτήν όταν θα την έβρισκα και ποτέ να μην την αφήσω να μου ξεφύγει.

   Λένε ότι πρέπει ν’ αγαπάς κάποιον μόνο για τα προτερήματά του –εγώ όμως αγαπώ τα πάντα σ’ εσένα, καλά και κακά. Δεν ντρέπομαι για τις αδυναμίες σου, τις φέρω μέσα μου σαν κάτι ιερό, απρόσιτο σε ξένα μάτια. Δεν ακούω όταν κάποιος μιλάει άσχημα για σένα. Πιστεύω ότι μόνο εγώ σε βλέπω ακέραιο, κι απ’αυτό προέρχεται η πεποίθησή μου ότι είσαι ο καλύτερος. Σ’αγαπώ σαν παιδί μου, σαν κομμάτι του κορμιού μου* συχνά νιώθω ότι σε γέννησα. Θέλω τόσο πολύ να σε κρατήσω στην αγκαλιά μου, να σε προστατέψω απ’οποιουσδήποτε κινδύνους, να σε σώσω από αρρώστιες.

   Το πιστεύεις , αγόρι μου, ότι είμαι πρόθυμη να δώσω τη ζωή μου για σένα ; Προσπαθώ, με το κουράγιο μου, το κουράγιο μιας αδύναμης γυναίκας, να σε βοηθήσω ν’ αρνηθείς να φοβάσαι αυτούς τους ανθρώπους, να μην υποχωρήσεις. Το νιώθεις αυτό ; Εγώ πάντως αρνούμαι να τους φοβηθώ, ακόμα κι αν είναι παντοδύναμοι. Αληθινά, οι σκοτεινές αυτές μέρες,  μου έδειξαν πόσο πολύ αγαπώ το ποντικάκι μου, πόσο έχω ενωθεί μαζί του στην καρδιά και την ψυχή και τι τρομερή εγχείριση μου έγινε –εγχείριση στην καρδιά μου. Σκοπός μου τώρα είναι να δείξω σ’ αυτό τον εκδικητικό αετό, αυτό το πεινασμένο όρνιο, ότι η αγάπη μου είναι πιο δυνατή από το μίσος τους».

Πως θα μπορούσε ο Μέρβιν ν’αρνηθεί να παλέψει ύστερα από ένα τόσο σπαρακτικό γράμμα ; Πως θα μπορούσε οποιοσδήποτε, όταν θα είχε γίνει αντικείμενο τόσης αγάπης, τόσης πίστης και ελπίδας, να απογοητεύσει το αγαπημένο του πρόσωπο ; «Αγάπα με», του έγραφε, «αλλιώς θα πεθάνω».

«Για μένα τίποτα δεν είναι όπως πριν», απάντησε εκείνος. «Εβαλες όμως ένα βαρύ ηθικό φορτίο στους ώμους μου και δεν είμαι σίγουρος ότι θα έχω τη δύναμη να το κρατήσω. Δεν μιλάω για τις δυσκολίες στο γάμο μας –μπορείς να είσαι σίγουρη  ότι αυτό το σχέδιο  θα πραγματοποιηθεί κατά εκατόν πενήντα τοις εκατό. Όχι, εννοώ το υψηλό ηθικό παράδειγμα που μου έδωσες, την αναγκαιότητα να τελειοποιηθώ. Οι έπαινοί σου με φέρνουν σε αμηχανία. Υπαινίσσονται ότι είμαι καλύτερος από σένα. Ως επί το πλείστον όμως μόνο να μάθω μπορώ από σένα. Μου έδωσες μια εντελώς καινούρια άποψη για τη ζωή, ακριβώς όταν τη χρειαζόμουν».