«Το έξυπνο πουλί» του Ζορζ Φεντώ

Το πουλί και ο ποδόγυρος

Η ερωτική απιστία, ο πόθος, η υποκρισία είναι κυρίαρχα μοτίβα στην κωμωδία του Ζορζ Φεντώ «Το έξυπνο πουλί», που πρωτοπαίχτηκε πριν 120 χρόνια  σατιρίζοντας συμπεριφορές εύπορων μεγαλοαστών.

Ο Φεντώ και ο μέντοράς του Λαμπίς, άξια τέκνα του πρωτομάστορα της γαλλικής κωμωδίας Μολιέρου, διέπρεψαν στην φάρσα με περίτεχνους  μηχανισμούς, με το  γαΪτανάκι παρεξηγήσεων και μπερδεμάτων,  με σκωπτική ματιά  στις ερωτικές σχέσεις αντρών-γυναικών της εποχής εκείνης.

Εξι νέοι ταλαντούχοι ηθοποιοί, που κολλάνε τα χνώτα τους (προέρχονται άλλωστε από τη σχολή του Εθνικού Θεάτρου) πήραν στα χέρια του το «Εξυπνο πουλί», το… πείραξαν με έξυπνο τρόπο, το εκσυγχρόνισαν και  το απογείωσαν αλά ελληνικά, γλεντώντας το οι ίδιοι, προσφέροντας παράλληλα αρκετό γέλιο στο κοινό (παίζεται κάθε Δευτέρα και Τρίτη στο θέατρο «Εν Αθήναις», στο Γκάζι).

Κράτησαν τους έξι βασικούς ρόλους μετατρέποντάς τους από πλούσιους μεγαλοαστούς σε καθημερινούς. σημερινούς ήρωες. Μ’αυτό τον τρόπο αφαίρεσαν τον περίγυρό τους, ήτοι υπηρέτες, ξενοδόχους, υπαλλήλους κλπ.

Από τι υποφέρουν λοιπόν οι τρεις  ανέμελοι νεαροί άντρες της παράστασης;   Ο πόθος  τρώει τα σωθικά,  το πουλί τους τυραννά,  έχει το δικό του το χαβά και τους βάζει σε  μπελά. Συνοπτικά τα πρόσωπα του έργου είναι ;

Δύο φίλοι, παντρεμένοι, που εν κρυπτώ κάνουν τις αταξίες τους (ο ένας μάλιστα πολιορκεί στα μουλωχτά τη σύζυγο του άλλου).

Ενας οικογενειακός φίλος του ενός ζευγαριού, ο οποίος ποντάρει όπου βρεί πρόσφορο έδαφος.

Οι γυναίκες των δύο, όταν ανακαλύπτουν τα νυχτοπερπατήματά τους, θα προσπαθήσουν ανεπιτυχώς να τους εκδικηθούν με το ίδιο νόμισμα.

Μια Γερμανίδα, ερωμένη του ενός παντρεμένου, θα έρθει να τον βρει στο Παρίσι  αναστατώνοντας τον ανέφελο οικογενειακό βίο του.

Από τη μια, η ανάγκη επιβεβαίωσης  που χρειάζεται το άρρεν φύλο, η ανωριμότητα, που κάνει συχνά τον άντρα να μοιάζει με κακομαθημένο παιδί. Από την άλλη, η πρόκληση της γυναικείας ομορφιάς, η γήΪνη και συναισθηματική πλευρά του θηλυκού, η ανάγκη του για μια σταθερή αγκαλιά κι ένα τρυφερό χάδι, η έλλειψη αυτών που κάνει τη γυναίκα θηρίο ανήμερο.

Διαθέτοντας τη γλαφυρή μετάφραση του Νικηφόρου Παπανδρέου, ο Μάνος Βαβαδάκης και ο Γιώργος Κατσής, με τη διασκευή και  σκηνοθεσία που έκαναν,  θέλησαν να μεταφέρουν το έργο και τα πρόσωπά του στο σήμερα, να είναι οικεία,  προσεγγίζοντας και διασκεδάζοντας τους θεατές και ιδιαίτερα το νεανικό συνομήλικό τους κοινό. Και το κατάφεραν σε ικανοποιητικό βαθμό στήνοντας μια παράσταση με γρήγορους ρυθμούς, κινησιολογία που παραπέμπει σε κόμικς και βουβό κινηματογράφο και με τη φρεσκάδα, την τρέλα και την ευαισθησία όλων  των ηθοποιών.

Και οι δύο παίζουν επιδέξια στην παράσταση, ο μεν Βαβαδάκης τον σοβαρό, μουλωχτό, αδέξιο κορτάκια εργένη Ρεντιγιόν , ο δε Κατσής, που έχει αστεία φατσούλα και κλοουνίστικη κινησιολογία, τον παντρεμένο, επαγγελματία ερωτύλο και τερατολόγο ψεύτη Ποντανιάκ. Ο τρίτος της παρέας, ο αεικίνητος Πάνος Παπαδόπουλος διαπρέπει κι αυτός ως ψεύτης παντρεμένος και φανφαρόνος εραστής Βατλέν (υπάρχει σ’αυτόν μια μικρή κατάχρηση σε λεκτικά «μπινελίκια» όταν προσπαθεί να ξεφύγει από τις κακοτοπιές και τις πιέσεις των γυναικών).

Το θηλυκό «τρίο» θεσπέσιο μ’ αυτά που τραβάει από τους άντρες αλλά και μ’ εκείνα που σχεδιάζει και πράττει για να τιμωρήσει το «χούϊ» των αντρών. Η Στέλλα Βογιατζάκη έξοχη ως ανασφαλής Λουσιέν Βατλέν, που βράζει με την αναίδεια του φίλου του άντρα της και γίνεται σιγά-σιγά σεξουαλικό  φυτίλι αναμμένο. Η Κατερίνα Ζησούδη φινετσάτη ως κυρία Ποντανιάκ που προσπαθεί σταδιακά να τσακώσει τον μπερμπάντη άντρα της. Η Χαρά Μάτα Γιαννάτου υπέροχη ως γερμανικό φλογερό παγόβουνο, που που ερχόμενο στη Γαλλία προσπαθεί με πιεστικά αλλά ματαίως να ξυπνήσει τη παλιά ερωτική φλόγα του Βατλέν.

Η παράσταση βγάζει τις κυνικές συμπεριφορές και  χαβαλετζίδικες συνήθειες, που οι νέοι στην εποχή της παγκοσμιοποίησης βιώνουν με ταχύτατους ρυθμούς : η ευκολία του χωρισμού, επιπόλαιες σχέσεις, τα τριξίματα του γάμου, ο αμοραλισμός, η απιστία κλπ.

Η παράσταση όμως βγάζει και μια γλυκιά αίσθηση συμφιλίωσης στο τέλος μ’ένα παλιό ρομαντικό τραγούδι να καταπραϋνει τα πάθη. Το «Κλαις» με τη Σοφία Βέμπο σε μουσική Λέο Ραπίτη και στίχους Κώστα Κοφινιώτη.

«Κλαις σαν το σκεφτείς ότι μπορεί
να `ρθει στιγμή να μην πονώ για σένα.
Κλαις κι όσο γλυκά κι αν σε φιλώ
δεν μου μιλάς και με κοιτάς θλιμμένα».

TEMPUS VERDE –ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ ((Ιάκχου 19, Γκάζι, τηλ.210-3425170)