«Το απίστευτο προσκύνημα του Χάρολντ Φράϊς»

 της Ρέϊτσελ Τζόϊς

Ζήτημα πίστης, ζωής και θανάτου

    ΡέΪτσελ Τζόϊς, σύγχρονη Βρετανίδα συγγραφέας. Ο γράφων την ανακάλυψε πρόσφατα και… καθυστερημένα. Γι’αυτό και θέλει να μοιραστεί με ομοιοπαθείς βιβλιοταξιδευτές τη μαγεία της ανάγνωσης που ένιωσε διαβάζοντας και τα δυο μυθιστορήματά της, «Το απίστευτο προσκύνημα του Χάρολντ ΦράΪ» και «Για δύο δευτερόλεπτα» (εκδόσεις Κλειδάριθμος).

    Εχοντας σχοληθεί ιδιαίτερα με τη συγγραφή θεατρικών έργων για το ραδιόφωνο του BBC, η ΤζόΪς με αφοπλιστική μαεστρία απλής και λιτής γραφής σε «αιχμαλωτίζει» στις σελίδες της θέλοντας συνεχώς να δεις τι θα γίνει παρακάτω.
    Μυθιστορήματα «τσεχοφικής» καθημερινότητας με μελαγχολία, ανθρωπιά, πόνο, καλοσύνη κι ελπίδα. Τέρπουν και συγκινούν με την άρτια πλοκή τους, τα απρόσμενα… μυστικά που αποκαλύπτονται προς το τέλος, με τους γερά δομημένους κεντρικούς χαρακτήρες και τον εξίσου καλοφτιαγμένο μικρόκοσμο γύρω τους, με έντονη την παρουσία της φύσεως και τις «χρωματικές» εναλλαγές της.

    «Το γράμμα που έμελλε ν’αλλάξει τα πάντα έφτασε μια Τρίτη. Ηταν ένα συνηθισμένο πρωϊνό στα μέσα του Απρίλη, που μύριζε φρεσκοπλυμένη μπουγάδα και κομμένο χορτάρι».
Ετσι αρχίζει το μυθιστόρημά της «Το απίστευτο προσκύνημα του Χάρολντ ΦράΪ» (μετάφραση Πέτρος Χατζόπουλος), το οποίο καθηλώνει τον αναγνώστη με την πρωτόγνωρη… οδοιπορική Οδύσσεια ενός ασήμαντου ανθρώπου, που «μεταμορφώνεται» σταδιακά.
    Ο 65χρονος και φρεσκο- συνταξιούχος πρωταγωνιστής του βιβλίου, ο Χάρολντ ΦράΪ, ζεί με τη γυναίκα του Μορίν εδώ και σαρανταπέντε χρόνια στην παραθαλάσσια πολίχνη Κίνγκσμπριτζ, στο νότιο άκρο της Αγγλίας. Οι σχέσεις τους βαλτωμένες, ρουτινιέρικες (κοιμούνται σε ξεχωριστά δωμάτια). Εχουν ένα γιό, που λείπει μακριά πάνω από είκοσι χρόνια.

    Το γράμμα, που απευθύνεται στον Χάρολντ, είναι από μια πρώην συνάδελφό του, την Κουϊνι. Εργάζονταν μαζί σε μια ζυθοποιϊα, εκείνος υπεύθυνος πωλήσεων, εκείνη λογίστρια. Πριν είκοσι χρόνια η Κουϊνι απολύθηκε κι έφυγε από εκεί χωρίς να ξαναεπικοινωνήσουν. Τώρα του γράφει από ένα άσυλο του Μπέργουϊκ (το βορειότερο μέρος της Αγγλίας), λέγοντάς του ότι έχει καρκίνο κι ότι τον ευχαριστεί για τη φιλία του και την βοήθειά του πριν από τόσα χρόνια.
    Ο Χάρολντ θα βγεί να της ταχυδρομήσει ένα γράμμα αλλά κάνοντας μια μικρή στάση σ’ένα βενζινάδικο για να πάρει ένα χάμπουργκερ, η μικρή κουβέντα με μια νεαρή υπάλληλο θα τον κάνει να πάρει μια απίστευτη απόφαση. Τηλεφωνώντας στο άσυλο, θα ζητήσει από μια νοσοκόμα καλόγρια να πεί στην Κουϊνι ότι έρχεται να τη συναντήσει με τα πόδια.
    «Ξεκινάω τώρα κιόλας. Οσο περπατάω, πρέπει να κρατηθεί στη ζωή. Πείτε της να μην το βάζει κάτω… Πείτε της, σας παρακαλώ, ότι αυτή τη φορά δεν θα την απογοητεύσω».
Ενας συνηθισμένος άνθρωπος, χωρίς μπότες πεζοπορίας (με ναυτικά παπούτσια), χωρίς χάρτη, αδιάβροχο, κινητό τηλέφωνο θα επιχειρήσει να διανύσει με τα πόδια μια απόσταση 800 χιλιομέτρων κάνοντας περίπου δέκα χιλιόμετρα τη μέρα.

    Θα τα καταφέρει ; Τι θα του συμβεί και ποιους θα συναντήσει σ’αυτή τη φαινομενικά παράλογη και εξαντλητική πεζοπορία ; Θα την προλάβει ζωντανή ; Τι είναι εκείνο που τους συνδέει από το παρελθόν ; Πως θα αντιδράσει η γυναίκα του με τούτη την επιλογή του ; Πόσο βαριές είναι οι ενοχές του απέναντι στον απόμακρο και απομακρυσμένο γιό του ; Πόσο τον ακολουθούν τα τραύματα της εφηβικής ηλικίας από τον χωρισμό των γονιών του ; Θα τα ξαναβρεί με τη γυναίκα του ;
    Μοιάζει απίστευτο τούτο το ταξίδι με τα πόδια από την μιαν άκρη της Αγγλία έως την άλλη άκρη. Είναι όμως τόσο αληθινό και συναρπαστικό στην περιγραφή του με τη δύναμη της πένας της Ρέϊτσελ ΤζόΪς.

    Με τις συναντήσεις του με διάφορους τύπους, άντρες και γυναίκες, στην υπεράνθρωπη διαδρομή του. Με τις διανυκτερεύσεις του σε μοτέλ, σπίτια, στάβλους, αποθήκες και τις στάσεις του σε χωριά, πόλεις, αγρούς. Με τις κακουχίες και τα ζόρια που τραβάει σωματικά και ψυχικά, με τις δυσμενείς καιρικές συνθήκες. Με τα συχνά φλας μπακ στο παρελθόν του, στα νιάτα του, στις καλές εποχές με τη γυναίκα του, στις ενοχές του σε σχέση με τον παραμελημένο γιό του, στα τραύματά του από το χωρισμό των γονιών του.
Η ΤζόΪς με το ασυνήθιστο αυτό προσκύνημα του αντιήρωά της είναι σα να κάνει μια λεπτή εγχείριση καρδιάς όπου η πίστη, η υπόσχεση, η καλοσύνη, η συγγνώμη μοιάζει να γλυκαίνουν τη θλίψη, την απώλεια, τις ενοχές, τα λάθη. Κάνοντας τους αναγνώστες να αναρωτηθούν, να προβληματιστούν, να ευφρανθούν, να συγκινηθούν μέχρι δακρύων.

    Μερικά χαρακτηριστικά αποσπάσματα από το μυθιστόρημά της :

  • «Όταν πρωτογνωρίστηκαν, τίποτε δεν του άρεσε περισσότερο απ’το να την κάνει να γελά. Να βλέπει το κομψό της σκαρί να καταρρέει απ’την ατίθαση ευτυχία»
  • Πρέπει να έχει κανείς πίστη. Πρέπει να πιστέψεις ότι ο άλλος μπορεί να γίνει καλά… Αν έχεις πίστη μπορείς να κάνεις τα πάντα».
  • «Ολοι έχουμε κάνει πράγματα που θα θέλαμε να μην είχαμε κάνει ή τ’αντίστροφο».
  • «Κανείς δεν είναι τόσο τρομακτικός άμα κάτσεις να τον ακούσεις».
  • «Η αποτυχία ήταν λίγο-πολύ το μόνο στο οποίο τα κατάφερνα».
  • «Αν δεν μπορούμε να δεχτούμε αυτό που δεν γνωρίζουμε, τότε στ’αλήθεια δεν υπάρχει ελπίδα».