Το…ολίσθημα μιας άβγαλτης κόρης

 γράφει η Λουκρητία Δούναβη (συγγραφέας)


Η νύχτα είναι σκοτεινή νυστάζουνε τ’ αστέρια

όταν τον βλέπω να περνά με σφάζουνε μαχαίρια.

Μα πως τόνε λιμπίζομαι μου τρέχουνε τα σάλια

ένα φιλί του λαχταρώ  κι ας γίνω εγώ ρετάλια.

 

Λίγο πολύ πληγώνομαι εις τα γνωστά λημέρια

όταν με άλλες νταχντιρντί με κόβουνε νυστέρια.

Λινάρδο τον βαφτίσανε τρελός παπάς βλαμμένος

και σα να του ευχήθηκε περίπου μεθυσμένος

να ‘ναι μονίμως ρέμπελος στον έρωτα ταμένος.

 

Μια νύχτα που τον χάζευα, σκόνταψα στο σκαλάκι

λύγισα στ’  ανάσκελο κι αυτός στο αποπάνω μου

στο στόμα αναστενάζοντας μου έδωσε φιλάκι.

Με το φιλί ζαλίστηκα μέχρι που ξενύχτισα

για να συνθέσω στα κρυφά γι αυτόν μια μαντινάδα

αν μ’ έχει στα υπ’ όψιν του θ’ ανάψω και λαμπάδα.

Καυχιότανε σαν τσέλιγκας για το καινούργιο ζώο

και γύρναγε σαν έλικας και το ‘παιζε αθώος.

 

Τα είπαν’ στον μπαμπά μ’ όλα τα νι κι όλα τα σίγμα

και νίφτηκα διά παντός αυτό που λένε στίγμα.

Του ‘λεγα του ξανάλεγα πως φταίει το σκαλάκι

Και ο μπαμπάς εφώναξε εμένανε «τσουλάκι».

 

« Ανάθεμά σε» μ’ έβριζε που νυχτοπερπατούσα

σε μέρη θεοσκότεινα σκαλάκια που μετρούσα

και πάλι με φοβέρισε πως αν ξαναγλιστρήσω

«…με τον αλήτη που ‘μπλεξες πώς θα σ’ αναχτήσω

Θα σε κλειδώσω για καλά μέχρι να ‘ρθει το θέρος».

 

«Τι έκανα καλέ μπαμπά, ας όψεται ο Έρως

πού βλέπεις το παράνομο και την αντιδικία

ο νους σου πάει στο κακό με την καχυποψία

με δέρνει το παράπονο, τη χάνεις την ουσία».

 

«Για ποια ουσία μου μιλάς, έτσι το λένε τώρα;

σκάσε και μην αντιμιλάς μην πολυπαίρνεις φόρα

γιατί θα μας προλάβουνε πλήθος και άλλα ζόρια.

Δε βγαίνεις απ’ το σπίτι μας έτσι και σουρουπώσει

πανεύκολο κάθε νταής είναι να κουτουπώσει».

 

«Ποιο είν’  αυτό το έγκλημα και το αμάρτημά μου

πάρτε το για πλημμέλημα το παραστράτημά μου.

Τι φταίω εγώ που τον ζάλισε η τόση τσαχπινιά μου

μου ‘λεγε πως καμάρωνε για την κορμοστασιά μου».

 

Και μιαν αυγή με την αχλή , ίδιος Ζορό μ’ εφάνη

απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο εμπήκε ο Λινάρδος

και σα ληστής με ξάπλωσε στου κρεβατιού το φάρδος.

Όσο και να ‘ναι τρόμαξα ανίδεη σε τέτοια

αφού μου ήταν άγνωστα του είδους τα σεκλέτια.

 

Μες τη θολούρα την πολλή αίφνης και αιφνιδίως

σαν κάτι να ‘παθα μεμιάς βλέποντας το θηρίο…

Ο Λιναρδής με το μπλα-μπλα  και μ’ όλο του το μπρίο

πώς με κατάφερε με μιας και το ‘δα μεγαλείο.

Κι αφού μου έταξε λαγούς μαζί και πετραχήλια

στο λυγερό κορμάκι μου ανέβηκε με χίλια.

 

Ομολογώ χωρίς ντροπή εξόκειλα αγρίως.

Ανεπαισθήτως στην αρχή πλην και σαφώς στο τέλος

ενώ συλλογιζόμουνα του γέρου μου το μένος.

«Δεν ήξερες δε ρώταγες» μου είπε ο Λινάρδος

κι αφού βολτάραμε μαζί σε τούτο το σεργιάνι

έφυγε λίγο βιαστικός και μου ‘πε «τώρα νάνι».

 

«Τα πήρε όλα κι έφυγε» που λέει  το τραγούδι

μα σκόνταψε στο έπιπλο και μούγκρισε σα βούδι.

Τον αντιλήφθηκε ο μπαμπάς τόση η βαβούρα

καθώς τον άκουσα να με φωνάζει «πατσαβούρα».

 

Μιλεί μπαμπάς εις τη μαμά με άγριες διαθέσεις:

«Και τώρα τι θα κάνουμε την μεταχειρισμένη

η κόρη μας λυμαίνεται απ’ την πολλή καψούρα.

Εσένα έμοιαξε, ξεχνάς που ήσουνα λιγούρα;»

 

«Μη μου μιλάς για τα παλιά και μείνε στα καινούργια

ο κόσμος χάνεται μας κατακλύζουν τα μαμούνια.

Το ξέρω πως τσαντίζεσαι άναψαν τα φυτίλια

Μου λες πώς φορτωθήκαμε όλη της τη ξεφτίλα;»

 

«Ενίσταμαι» λέει ο παππούς λόγια μορφωμένου

είχε σπουδές δημοτικού με άριστα κι επαίνους.

«Ανυπερθέτως» μίλησε μάλλον σ’ αρχαία γλώσσα

να κάτσω λέει στα αυγά σαν να ‘μαι μία κλώσα.

Και συνεχίζει έξαλλος με ύφος δένω -λύνω,

ενώ το αδελφάκι μου έπαιζε μαντολίνο.

 

«Αφήστε τήνε ήσυχη την κόρη την καημένη

μπορεί να παραστράτησε, δεν είναι ξοφλημένη».

Ωστόσο κάπως γύρισε και μου ‘κλεισε το μάτι

κατάλαβα στα νιάτα του πως ήτανε μπερμπάντης

 

Και συμπληρώνει ο μπαμπάς με μάτι γουρλωμένο :

«Και σου ‘λεγα, δεν σου ‘λεγα μη μπλέξεις με καριόλη

Να βγάζατε τα μάτια σας εσύ και ο Μανώλης

Που είναι Καραμανλικός και άριστος στο λέγειν

προτίμησες το ρέμπελο που μας  το παίζει Λένιν.

 

Ναι, ο Μανώλης ειν’ κοντός και με μεγάλη μύτη

έχει χαρές χρηματικές και τρεις ορόφους σπίτι.

Γλυκάθηκα σαν μίλησε για να σε ντύσω νύφη

θα σ’ έδινα ξεβράκωτη ολίγο πειραγμένη

εσύ το παρατράβηξες μου βγήκες ξεβγαλμένη.

 

Αντί για σπίτι ο Λιναρδής θ’ άνοιγε κοτέτσι

κυρά θα νόμιζες εσύ δούλα γι αυτόν πεσκέσι

Με τον καιρό εσύ μια πόρνη κότα μαδημένη

κι αυτός δεν θα γουστάριζε και θα ‘λεγε  «ας μένει».

 

Αν ήταν κι άλλος κόκορας θα του ‘βγαζε το μάτι

μόνος νταής θα διάλεγε κάθε φορά και άλλη.

Με κικιρίκου και κοκό για τις μικρές πουλάδες

Μα εσύ έξω φρενών με κα- κα- κα  χωρίς κοκό

Καψούρα θα ‘σουνα, θ’ αυτοκτονούσες σε μπουγάδες».

 

Εγώ λαλώ, εσύ λαλείς, λαλεί και ο Λινάρδος

μπορεί εσέ διά παντός να φαίνεται ανάλατος

μα σαν λαλεί ο Λιναρδής στέκομαι στήλη άλατος.

«Καλύτερα να βγει το όνομα παρά το μάτι»

τι ήθελα να του το πω και φούντωσε το άχτι.

 

Και παίρνει φόρα ο μπαμπάς, ο νους του στο στεφάνι:

«Μια κοινωνία με αρχές είναι και κουτσομπόλα

Μη πέσομε στη γλώσσα της θα γίνει καραμπόλα.

Αδίκως σε δασκάλεψα κι η μάνα σου επίσης

Μάθε πια να ελίσσεσαι στων αντρών τις περιπτύξεις

Ποιος ξέρει τι σκαρφίστηκες να τον αλληθωρίσεις

 

Μπας κι έδειξες τα στήθια σου που μοιάζουν με πεπόνια

Είδα πολλές για πάρτη του να κόβουνε κουπόνια.

Το μπόι σου εξάπλωσες σε μπρούτζινη καριόλα

Καλά το λέει ο νονός πως είσαι χαζοβιόλα».

 

Πώς με κατάφερε να πω το «ναι» στη συμφωνία

μου είπε πως ενοίκιασε για μας μία φωλίτσα

μα είδα με τα μάτια μου να μπαινοβγαίνει η Λίτσα.

Την άλλη μέρα σκόνταψα πάνω στην Ελπινίκη

και δικαιολογήθηκε πως ήρθε για το νοίκι.

 

Ένα απόγευμα νωρίς πήγα με λουλουδάκια

και η εξώπορτα κλειστή με δύο λουκετάκια.

Πρώτη φορά βλαστήμησα ήταν κακιά η ώρα

συνάμενη κουνάμενη μαζί του η Μαριόρα.

 

Προσπέρασα και το ένα του προσπέρασα και τ’ άλλο

αδέσποτος ο Λιναρδής παντού παίρνει ρεγάλο.

Μια Τρίτη με σουτάρισε για την Παρασκευούλα

ενώ ήμουν η μόνιμη και μάλιστα με βούλα.

Φανέρωσα στον κύρη μου μόνο την τελευταία

απόκρυψα τα κέρατα που είχα για παρέα.

Γονείς, νονοί δασκάλεψαν ακόμα κι οι παπάδες

απ’ όλες όσες ξέμειναν με σιγουριά παρθένες

και προπαντός ανήλικες με μακριές πλεξούδες

Λινάρδος από μακριά σαν περπατούν στις ρούγες.

 

«Πατέρα μου ολίσθησα σ’ αυτή την κατρακύλα

στο κάτω κάτω της γραφής έπαθα ‘γω τη νίλα».

Και τότε είπε ο μπαμπάς για να μ’ επαναφέρει:

«Αφού σε παραγκώνισε για την Παρασκευούλα

τουλάχιστο κατάλαβες πως είναι φαταούλας.

Γιατί δεν σε παστούρωνα σα να ‘σουνα κατσίκα

μου ξέφυγες και μου ‘μεινε στο χέρι η παστούρα».

 

Η δε μαμά σαλτάρισε και είπε με μανία

πως έφερα στο σπίτι μας σωστή πανωλεθρία

αφού λέει τον έχαψα σαν να ‘τανε αμπούλα

ας όψεται ο Λιναρδής και η Παρασκευούλα.

Πληθώρα τ’ αδικήματα με ζώσανε τα φίδια

κι αυτός όποτε βγαίναμε με κέρναγε κοψίδια

Κι εγώ που γούσταρα μια πάστα μια σεράνο

βλεφάριζε το μάτι του και μου ‘κανε σινιάλο.

Ο νους του πάντα ήτανε μονίμως εις το άλλο…

 

Ο κόσμος όλος το λαλεί κι όλη η οικουμένη

ο έρωτας θέλεις δε θες, αόμματο σε κάνει

ίσια τα βλέπεις τα στραβά, τα χάνεις μάνι-μάνι.

Τρελή εγώ που νόμιζα πως δεν είναι  αλάνι

Καλά το λέει η μαμά πως μοιάζει με ρεμάλι.

 

Αφού το παρακάναμε στο έμπας και στο έβγας

κι αφού επήγαμε αμπρά στη βάφτιση του Γιάννη

σαν μπόμπα έπεσε η άρνησή του για στεφάνι.

Και ο μπαμπάς ξεσπάθωσε μ έξαψη και είπε:

«Νίπτω τα χείρας στο εξής με τόσα ρεζιλίκια

αξίζεις πετροβόλημα και να ‘ναι με χαλίκια

Μη τον τρακάρω πουθενά αυτόνε τον γελοίο

θα του το κόψω σύριζα εγώ το εργαλείο».

 

Κλειδώθηκα στο σπίτι μου σαν να ‘μουνα εξορία

χαλάστηκα για χάρη του κι αυτός σε αφασία.

Είπανε πως τριγύριζε πάντα πολύ κεφάτος

ο νους του στο ξεφάντωμα ξενύχτης και βαρβάτος.

 

Προσφάτως πέθαν’ ο παππούς ο υπερασπιστής μου

σωστός κριτής του ίσκιου μου κι όλων των πράξεων μου.

Πριν φύγει μου ψιθύρισε έτοιμος να σαλπάρει :

«Έτσι κι αλλιώς τα σκάτωσες μεγάλη η βαβούρα

το πλείστον είσαι αγαθή μη τριγυρνάς σα σβούρα».

 

Λοξοκοιτούσε ο παπάς μια τον νεκρό και μένα

αναρωτιόμουνα γιατί κουνούσε το κεφάλι

σα να ‘θελε με το παππού και μένα να τα ψάλλει.

 

Λειψή ζωή, λειψή γιορτή, λειψό το παραπέρα

λειψή κι εγώ που νόμιζα πως θα περνούσα βέρα.