Το παραμύθι στα χείλη του Καραγκιόζη

γράφει ο Απόστολος Δομτζίδης

(εκπαιδευτικός-καραγκιοζοπαίχτης στην Ξάνθη)

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας άνθρωπος φτωχός και καμπούρης. Ήθελε να βγει μπροστά στο πανί και να πει τα πράγματα ως έχουν. Στη γλώσσα του λαού, για να τον καταλαβαίνουν. Με μπόλικη δόση σάτιρας για να μπορεί να κάνει τον κόσμο να γελάει. Να ξεχνάει τους πόνους, τα βάσανα του και να ανοίγει η ψυχή του. Να προσφέρει παρηγοριά, παραμυθία σ’ αυτούς που το έχουν ανάγκη. Αυτός πάντα ήταν εκεί, πίσω από ένα λευκό σεντόνι. Το μόνο που χρειαζόταν να κάνουμε ήταν να ανάψουμε τη λάμπα για να τον δούμε και ευθύς να φωτιστούμε.
Σ’ αυτά τα σκοτεινά χρόνια που ζούμε, η λάμπα της οθόνης του Καραγκιόζη παραμερίσθηκε από τις λυχνίες της τηλεόρασης. Η εστία του σπιτιού, όπου μαζεύονταν ο παππούς και η γιαγιά και αφηγούνταν παραμύθια, χάθηκε. Στη θέση της τοποθετήθηκε μια τεράστια οθόνη υγρών κρυστάλλων. Αυτή εκπαιδεύει και (παρα)μορφώνει μικρούς και μεγάλους σήμερα.
Και όμως η συνάθροιση γύρω από τη φωτιά είναι η αρχή του πολιτισμού για τον άνθρωπο.

Εκεί ξεκίνησε το παραμύθι για να μας ψυχαγωγήσει, να μας παρηγορήσει, να μας διδάξει ώστε να μπορέσουμε να ζήσουμε καλύτερα. Και γύρω από τη φωτιά του παραμυθιού ξεκίνησαν και άλλες τέχνες. Σ’ αυτήν την εστία γεννήθηκαν το τραγούδι, η ζωγραφική, το θέατρο των σκιών.

Στο παραμύθι, ο αγώνας του ήρωα για να επιτύχει τον σκοπό του, το ξεπέρασμα των δυσκολιών, η μάχη απέναντι στους δράκους έγιναν αφήγηση, τραγουδήθηκαν, ζωγραφίσθηκαν και μπήκαν στον μπερντέ του Καραγκιόζη.

Ο Καραγκιόζης, ο λαϊκός μας ήρωας, όπως και στα παραμύθια, μας λέει ψέματα μα και αλήθεια. Όπως ο ήρωας του παραμυθιού ξεπερνάει δυσκολίες προκειμένου να επιτύχει στο τέλος το σκοπό του, έτσι και ο Καραγκιόζης, που είναι η εικόνα του εαυτού μας. Είναι ένας καθημερινός ήρωας, ο οποίος αντιπαλεύει τις δυσκολίες της ζωής με χιούμορ και εφευρετικότητα. Δεν το βάζει ποτέ κάτω και δίνει μαθήματα ζωής. Θα αγωνισθεί με όσους τρόπους μπορεί. Χρησιμοποιώντας ακόμα και την κατεργαριά του προκειμένου να επιτύχει το σκοπό του.

Ο καθένας από εμάς μπορεί να δει σ’ αυτήν την κωμική και παράδοξη φιγούρα του νεοελληνικού θεάτρου σκιών ένα κομμάτι από τον εαυτό του. Ένα κομμάτι που ίσως σήμερα να λείπει από τον σύγχρονο Έλληνα. Ίσως γιατί… της φωτιάς η εστία έχει αντικατασταθεί από της οθόνης την τρομοκρατία.

Ο Καραγκιόζης θα πει αυτά που έχει να πει. Θα κάνει αυτό που θέλει να κάνει και ας το πληρώσει. Είναι συνηθισμένη η πλάτη του καμπούρη από το ξύλο. Και ο Καραγκιόζης δεν φοβάται γιατί είναι λεύτερος. Γνωρίζει ότι η ζωή είναι ένα δώρο και προσπαθεί να κάνει τη ζωή του παραμύθι.

Σήμερα είναι ανάγκη ν’ ακουσθεί η φωνή του Καραγκιόζη αγνή, καθάρια, αμόλυντη από τις ξένες επιδράσεις της εποχής. Στο πλαίσιο του «εκσυγχρονισμού» του, έχουν γίνει προσπάθειες που δεν ταιριάζουν με το ύφος και το ήθος του ξυπόλητου. Γι’ αυτό ο Καραγκιόζης μας πρέπει να καθαριστεί από τα νόθα στοιχεία. Πρέπει να ξεπλυθεί στην πηγή της λαϊκής μας παράδοσης. Να καθίσει στην εστία της φωτιάς πλάι στη μητέρα του προφορικού λόγου, το παραμύθι. Και από το γάμο αυτό να γεννηθεί νέα ζωή στον μπερντέ του καμπούρη ήρωα μας και να γίνει η σκηνή του θεάτρου σκιών παραμύθι.

Μήπως πρέπει να προσπαθήσουμε και εμείς να κάνουμε τη ζωή μας παραμύθι; Τι ζητάμε αλήθεια από τη ζωή μας; Τι θέλουμε; Μήπως φοβόμαστε τους δράκους που εμείς τρέφουμε; Αν όμως φοβόμαστε πώς θα φθάσουμε στην όμορφη του κόσμου ή στην Αγλαΐα μας; Πώς θα γίνουμε οι βασιλιάδες του παραμυθιού ή ο σπιτονοικοκύρης της παράγκας;

Πώς να ζήσουμε; Τι θα μας συμβούλευε ο Καραγκιόζης; Ο Καραγκιόζης ξέρει ότι οι μέρες του καθένα σ’ αυτήν τη ζωή είναι μετρημένες. Γι’ αυτό δεν πρέπει να χάνουμε χρόνο από αυτό το πανηγύρι της ζωής. Ετοιμαστείτε όλοι μαζί για «να φάμε, να πιούμε και νηστικοί να κοιμηθούμε».

Ακούστε λοιπόν τον καμπούρη ήρωα μας σαν αφηγητή και σαν ήρωα του κάθε παραμυθιού, της κάθε ιστορίας που με ψέματα φανερώνει τις αλήθειες, για να τις πάρουμε απ’ το χέρι και να ζήσουμε εμείς καλά και οι άλλοι που θα τις δούνε και θα τις ακούσουνε καλύτερα.