Τρεις μικρές ερωτικές ιστορίες

Ο Σολομώντας και το χελιδόνι

Στο παλάτι του Σολομώντα, ένα αρσενικό χελιδόνι είχε πάρει από κοντά μια θηλυκιά, που αρνιόταν με επιμονή.
Το αρσενικό φώναξε :
«Πως μπορείς να με αρνείσαι ; Δεν ξέρεις πως, αν το ήθελα, θα μπορούσα να αναποδυγυρίσω το μεγάλο θόλο αυτού του ναού ; Να τον αναποδογυρίσω ακόμα και πάνω στον ίδιο τον Σολομώντα ;»
Ο Σολομώντας, που καταλάβαινε την γλώσσα των πουλιών, κάλεσε το αρσενικό και το ρώτησε αυστηρά :
«Πως μπόρεσες να ξεστομίσεις τέτοια βλακεία ; Γιατί ; Τι σε ώθησε ;»
«Δεν πρέπει να παίρνεις στα σοβαρά τα λόγια ενός ερωτευμένου», αποκρίθηκε το πουλί.
«Εχεις δίκιο», είπε ο Σολομώντας χαμογελώντας.

 Οι πεταλούδες και το κερί

Ένα βράδυ οι πεταλούδες μαζεύτηκαν, βασανισμένες από την επιθυμία να ενωθούν με το κερί. Μια πεταλούδα πέταξε πρώτη μέχρι ένα μακρινό πύργο και είδε στο εσωτερικό του το φως ενός κεριού. Αλλά η σοφή πεταλούδα που προέδρευε στη συγκέντρωση είπε ότι αυτό δεν τις διαφώτιζε καθόλου.

Μια δεύτερη πεταλούδα εισχώρησε στον πύργο και πέταξε πιο κοντά στο κερί. Πέταξε γύρω του, άγγιξε με τα φτερά της τις φλόγες και το κερί νίκησε. Η πεταλούδα γύρισε με τα φτερά καψαλισμένα και διηγήθηκε το ταξίδι της.
Αλλά η σοφή πεταλούδα είπε : «Οι περιγραφές σου δεν είναι περισσότερο ακριβείς».

Τότε σηκώθηκε μια τρίτη πεταλούδα, μεθυσμένη από αγάπη. Μπήκε στον πύργο, ακούμπησε στην άκρη του κηροπήγιου, μετά ακούμπησε στα πίσω πόδια της και ρίχτηκε με ορμή στη φλόγα. Τα μέλη της έγιναν κόκκινα σαν τη φωτιά. Εγινε ένα με τις φλόγες.

Τότε η σοφή πεταλούδα – που είχε δει τα πάντα από μακριά – είπε στις άλλες :
«Εμαθε αυτά που ήθελε να μάθει. Όμως μόνο αυτή τα καταλαβαίνει κι αυτό είναι όλο».

(από την ανθολογία μύθων «Ο κύκλος των σοφών» του Ζαν Κλοντ Καριέρ, εκδόσεις Λιβάνη)

Τρυφερή αφοσίωση

Ήταν πρωί, περίπου 8:30, όταν ένας ηλικιωμένος περίπου 80 χρονών, με ράμματα στον αντίχειρά του, έφτασε στο νοσοκομείο . Είπε ότι ήταν βιαστικός, και ότι είχε ένα άλλο ραντεβού στις 9:00.
Η νοσοκόμα που τον ανέλαβε τον έβαλε να καθίσει κάπου, γνωρίζοντας ότι θα έπαιρνε πάνω από μια ώρα για να τον δει κάποιος γιατρός. Τον είδε να κοιτάει επίμονα το ρολόι του και επειδή δεν ήταν και πολύ απασχολημένη αποφάσισε να δει τη πληγή του.
Ενώ του φρόντιζε τα ράμματα, τον ρώτησε αν είχε άλλο ραντεβού με γιατρό σήμερα. Ο ηλικιωμένος είπε πως δεν είχε ραντεβού με γιατρό αλλά έπρεπε να πάει στο γηροκομείο για να φάει πρωινό με τη σύζυγό του. Η νοσοκόμα τον ρώτησε πως πήγαινε από θέμα υγείας η σύζυγός του…
Ο ηλικιωμένος απάντησε ότι η γυναίκα του ήταν θύμα της νόσου Αλτσχάϊμερ. Της είπε ακόμα ότι η γυναίκα του δεν ήξερε ποιος ήταν και ότι δεν μπορούσε να τον αναγνωρίσει τα τελευταία 5 χρόνια.
Η νοσοκόμα έμεινε έκπληκτη, και τον ρώτησε : «Και γιατί συνεχίζεις και πας κάθε πρωί, αφού δεν ξέρει ποιος είσαι;
O ηλικιωμένος χαμογέλασε, χάιδεψε το χέρι της νοσοκόμας και είπε:

«Δεν με γνωρίζει, αλλά εγώ εξακολουθώ να ξέρω ποιά είναι».