Των Ορατών και των Αοράτων

γράφει ο Μιχάλης Λεβέντης (φιλόλογος, συγγραφέας)

    Το κάθε κείμενο αυτού του βιβλίου είναι κι ένα κομμάτι της ζωής μου. Τα πρόσωπά του τα έχω ζήσει, τα έχω αγαπήσει, συνεχίζουν να με καθορίζουν και να με συγκινούν, δεν θα πάψουν να θυμίζουν τη μοίρα της εφήμερης διαδρομής μου, σαν τα εικονοστάσια στο πλάι των ελληνικών δρόμων που αποκαλύπτουν τα σημεία αναχώρησης, λογίζονται μικρές καμπάνες δεν ξεχνώ, στηρίζουν τις ελπίδες ή ξορκίζουν τους φόβους των ζώντων.
    Είπα λοιπόν, κάποια στιγμή, να μοιραστώ το φως τους και με άλλους ανθρώπους: εκείνους που έλκονται από τη μικρή φόρμα ενός γραπτού και στρατεύονται πρόθυμα στην υπηρεσία της γλώσσας μας, αλλά και εκείνους που δεν θέλουν να κρατούν μόνο για τον εαυτό τους κάποια δυνατά και ουσιαστικά βιώματα, ιδίως τα μη συνηθισμένα.
    Όπως γρήγορα θα διαπιστώσει ο αναγνώστης, κυρίαρχο ρόλο στην πορεία μου αυτή της γραφής και της ζωής παίζει η πίστη στα τόσο ζωντανά αόρατα, μέσα στα οποία κολυμπάμε, κι ας μην έχουμε πάντοτε την αίσθηση της ύπαρξής τους, εκείνα που είχαν και έχουν αξία για τη ζωή μας, ενώ μία ενδεχόμενη απουσία τους θα μας έκανε πολύ πιο φτωχούς. Υπάρχουν όμως και συνεχίζουν όχι μόνο ν’ αναπνέουν αδιατάρακτα, αλλά και να μας εμπνέουν, να επεμβαίνουν, όποτε τους επιτρέπεται, σε όσους τα φυλάμε στη μνήμη μας, και σίγουρα να μας δίνουν χαρά κάθε φορά που ζούμε την παρουσία τους.

    Ωστόσο, δεν είναι δυνατόν κάποιος, στη σχέση του με τα αόρατα, να μην ξεκινά απ’ τα ορατά, τα οποία πρέπει να τα προσέχουμε ιδιαίτερα και να τα φροντίζουμε σωστά, αν θέλουμε ν’ αποτελούν τις σίγουρες και αναγκαίες παρουσίες-γέφυρες προς τα αόρατα. Τα ορατά, οφείλουμε να το τονίζουμε ξανά και ξανά, δεν μπορούν να φτάσουν τον προορισμό τους, να οδηγήσουν δηλαδή σ’ εκείνο το υπέροχο Αλλού, αν δεν τους μαθαίνουμε αφ’ ενός να υπηρετούν το καλό, αλλά και ν’ αγκαλιάζουν το κακό, ώστε να το μετουσιώνουν.
    Παρ’ όλα αυτά, τίποτε απ’ τα προηγούμενα δεν μπορεί να γίνει στην περίπτωση που μας λείπει η πίστη: πίστη στον Θεό, πίστη στον αληθινό άνθρωπο που όλοι φέρουμε και στην αθανασία του, πίστη στη μνήμη ως κινητήρια δύναμη για κάθε παρόν.
    Όταν όμως καταφέρνουμε να συλλαμβάνουμε τις στιγμές (και ή απλώς τις ζούμε με όλο μας το είναι ή τις αποτυπώνουμε στο χαρτί), τότε η πίστη μας γίνεται γνώση και βεβαιότητα. Τότε δηλαδή ο Θεός μάς γίνεται υπαρκτός και «ορατός», τότε ο άνθρωπος δεν είναι αυτό που φαίνεται και μας απογοητεύει, τότε η βεβαιότητα της αθανασίας περνάει στα κύτταρά μας, τότε όσα γράφω γίνονται κατανοητά και κάθε λέξη φωτίζει τη διαδρομή τους σαν τ’ αναμμένα φαναράκια που κρατούν τα παιδιά μετά την Ανάσταση.

    Επομένως, το βιβλίο είναι όλο μια προσ-ευχή, μια προσπάθεια δηλαδή επικοινωνίας με κάποια ορατά και με κάποια αόρατα, που τα ίδια με αξίωσαν να προσεγγίσω: ανθρώπους συνηθισμένους ή σαλούς, αγίους, ιδέες, θαύματα…
    Αν πρέπει δε σε κάτι να μείνω σήμερα, αυτό είναι οι φαινομενικά απόντες. Δηλαδή, όλοι εκείνοι που έφυγαν από τούτη τη ζωή κι όμως παραμένουν ολοζώντανοι μέσα μου, στα γραπτά μου ή στη δική τους διάσταση, εκεί δηλαδή που με περιμένουν ανά πάσα στιγμή να τα πούμε. Να πούμε πώς βλέπουμε τώρα όσα ζήσαμε στο παρελθόν, για τι θα μιλάμε όταν πάλι συναντηθούμε στον ίδιο χώρο με όμοια σώματα, ποια χαρά μάς περιμένει στην αιωνιότητα.

    Με τους αγαπημένους μου αυτούς έχω πολύ ζωντανή σχέση. Τους βρίσκω όποτε θέλω – μ’ ένα κλικ της σκέψης μου, μ’ ένα δάκρυ, με μια ρυτίδα που διαγράφεται επί τούτου. Δεν θέλω να τους αποκαλύψω, δεν πρέπει να χαλάσω τη χαρά της έκπληξης στους αναγνώστες, όταν αυτοί τους συναντήσουν και θελήσουν, ίσως, να κάνουν γνωριμία μαζί τους.
    Με τους αγαπημένους μου του επέκεινα έχω αληθινή σχέση. Τους μιλώ, τους εξιστορώ όσα συνέχισα να υποστηρίζω στη γη, τους εμπιστεύομαι. Κι εκείνοι; Α, εκείνοι ανταποκρίνονται με προθυμία: μυστικά όταν ψιθυρίζουν στην καρδιά μου τόσα για την ταπείνωση, φανερά όταν πάω να γράψω κάτι, σαν αυτή τη στιγμή, και κατευθύνουν το χέρι μου από φόβο μην ξαστοχήσω.