Φτερουγίζοντας στα παραμύθια της Τήνου

«Μεσ’ του Αιγαίου –πρόβαλλε να ιδείς
μεσ’ του Αιγαίου τα νερά
άγγελοι φτερουγίζουν.
Και μέσα από τ’αγγέλιασμα
τριαντάφυλλα σκορπίζουν»

Είχα την τύχη από παιδί να περνάω τα καλοκαίρια στο νησί των γονιών μου, στην Τήνο. Στο χωριό Πύργος, με τη μεγάλη μαρμαρογλυπτική παράδοση, γενέτειρα του Χαλεπά, του Φιλιππότη, του Λύτρα.

Είχα την τύχη να βιώσω τον ξέγνοιαστο παράδεισο των παιδικών χρόνων στην κυκλαδίτικη φύση με το φως, το κύμα, την πέτρα και τον άνεμο να με συντροφεύουν.Όμως η μεγαλύτερη συντροφιά τότε, στις αρχές της δεκαετίας του ’60, ήταν οι ιστορίες, τα παραμύθια που άκουγα κρεμασμένος από τα χείλη γυναικών. Από τη γιαγιά μου, από τη μάνα μου, από φιλενάδες τους συγχωριανές στις βεγγέρες. Γι’ αυτό και είμαι άνθρωπος μυθοδίαιτος. Αγάπησα την προφορική αφήγηση και την ανάγνωση, αυτές καθόρισαν σε σημαντικό βαθμό τη ζωή μου.

Βραδιές μαγικές ακούγοντας ιστορίες είτε μέσα στο σπίτι με αναμμένο το φυτίλι της λάμπας είτε καθισμένος στα δυο μικρά σκαλοπάτια της εξώπορτας, με τ’ αστέρια αμέτρητα φαναράκια στο σκοτάδι (ηλεκτρικό δεν υπήρχε τότε).

Μου έρχονται στο νου αυτές οι γυναίκες, συνήθως μεσήλικες ή ηλικιωμένες (η τσάτσα Λένη, η τσάτσα Μαργαρώ, η γιαγιά μου η Βαγγελιώ, η μάνα μου η Μαρίνα) να λένε και να πλάθουν κόσμους αληθινούς και φανταστικούς με τόσο απλό και λαγαρό λόγο (σχεδόν όλες ήταν αγράμματες, αλλά τι σημασία είχε αφού κατάφερναν να σε «ταξιδεύουν» ανήκοντας στη μεγάλη παράδοση της προφορικής αφήγησης).

Θυμάμαι αμυδρά εικόνες και λέξεις από παραμύθια με τίτλους όπως : «Η Τρισεύγενη», «Η Σκατομαμούνα», «Της κυρά Πεύκης το σπίτι καίγεται», «Ο Αλατένιος και ο Πιπερένιος», «Η Αρταμπέλα».

Θυμάμαι ιστορίες με για «αγελούδες» , θηλυκά ξωτικά, νεράΪδες που βγαίνουν το φεγγαρόφωτο σε ρεματιές ή αλώνια κι όσοι άντρες τις συναντήσουν τρελαίνονται ερωτικά και θέλουν να σμίξουν μαζί τους, καθώς ακούγεται ένας πλανευτικός ήχος βιολιού. Ιστορίες με δράκους πανύψηλους και τρομακτικούς, τους οποίους ξεγελούν και κατατροπώνουν νεαρά αμούστακα παιδιά, αλλά και χαζούληδες, άλλοτε με την εξυπνάδα και την τόλμη τους κι άλλοτε με τη βοήθεια κάποιων καλών μάγων ή καλών και σοφών ανθρώπων.

Θυμάμαι να μιλάνε για το «μαλλιαρό χέρι» που ρίχνει ξαφνικά χαστούκια σε κακότροπους περαστικούς μέσα σε σκοτεινές καμάρες. Να διηγούνται αληθινά περιστατικά με την κατάλληλη «σάλτσα» για γκάφες κι αναποδιές που έπαθαν ορισμένοι κάτοικοι του χωριού, άλλοι πεθαμένοι, άλλοι εν ζωή, ελαφρόμυαλοι, ζαβάκοι κι αλαφροϊσκιωτοι. Να σκάνε στα γέλια , να γελάω κι εγώ με τον τρόπο της αφήγησής τους, με την χαρακτηριστική τηνιακή προφορά τους που «τρώει» τα φωνήεντα.

Η φαντασία, η ονειροπόληση, η ψυχαγωγία που μου πρόσφεραν αυτές οι ιστορίες, αλλά και η μανιώδης ανάγνωση παραμυθιών και βιβλίων ήταν το κάτι άλλο για μένα.

Θ’ αναφέρω ενδεικτικά εδώ τρεις ευτράπελες ιστορίες από την Τήνο :
*Ο μπάρμπα Γιώργης από το χωριό Μαρλάς ήταν ένας χωρατατζής και πειστικός… Μυγχάουζεν. Ιδού μια στιχομυθία του :
– Εκείνη την χρονιά ήκαμε η σκρόφα’μ δώδεκα γουρουνάκια.
– Βγήκαν όλα γερά ;
– Βλέπω κάνα δυό, δεν είχε τρύπα ο κώλος τους. Πιάνω κι εγώ το τρυπαν’ και τους ανοίγω από μια τρύπα.
– Και ζήσανε ;
– Ω, τα καλύτερα γουρούνια γινήκανε !

* Ο πάπα Μιχάλης ένας καλοσυνάτος λεβεντόπαπας, τη Μεγάλη Παρασκευή ξομολογούσε τα παιδιά. Πάει ένας μικρός να ξομολογηθεί. Συμμαζεύεται, κατεβάζει τα μάτια.
– Ιντα διαολιές έκανες όλο ετούτο τον καιρό Νικόλα. Σύγχυσες τη μάνα σ’, είπες ψευτιές, μάλωσες με κανένα άλλο παιδί ;
– Εκλεψα μανταρίνια, είπε ο μικρός
– Από που τα’ κλεψες ;
– Απ’το περιβόλι της Κοκώς.
– Απ’ της Κοκώς δεν πειράζει, γιατί έχει πολλά. Σχωρεμένος να’ σαι. Από του Ποδηλατά να μην κλέβεις γιατί είναι φτωχός άνθρωπος.

* Ο πάπα Πέτρος τα βαριόταν τα πολλά Κύριε ελέησον και έκοβε φαίνεται μερικά.
Ανήμερα Χριστούγεννα, χαράματα, με τα λιγοστά του γράμματα, κόμπιαζε, κι αγωνιζόταν σχεδόν…νευριασμένος, να αραδιάζει γενιές δεκατέσσερις, όλα εκείνα τα εβραΪκά ονόματα μέχρι τη γέννηση του Χριστού :
«Αβραάμ εγέννησε τον Ισαάκ, Ισαάκ δε εγέννησε τον Ιακώβ, Ιακώβ δε εγέννησε τον Ιούδα, Ιούδας εγέννησε τον Φαρές…».
Που και που του ξέφευγε και κανένα όνομα.
«Ροβοάμ δε εγέννησε τον Αβιά, Αβιά δε εγέννησε τον Ιωσαφάτ…».
Το παπαδάκι που του κρατούσε δίπλα τη λαμπάδα για να βλέπει, κουράστηκε , αφαιρέθηκε, μάκρυνε το φως από το βιβλίο.
«Φέξε μαρέ μικρέ, να δούμε ποιος διάολος τον γέννησε ετούτον!».

Σε τούτο, το φωτεινό, ανεξάντλητο κόσμο του παραμυθιού και της προφορικής παράδοσης μεγάλωσα, όπως μεγάλωσαν και γλυκάθηκαν γενιές και γενιές στην Τήνο.

Σημείωση : Οι τρεις προαναφερθείσες ιστορίες έχουν καταγραφεί στο βιβλίο του Κώστα Αλεξόπουλου «Απ’αλλότε», εκδόσεις Φιλιππότη.