Aνέτειλε το έαρ. Η ευωδία της Αναστάσεως

Του Φώτη Κόντογλου (1895-1965)

Σε μένα, όπως και σε κάθε Ελληνα που αγαπά τη θρησκεία μας, όλα τα φυσικά φαινόμενα είναι δεμένα με το μυστήριο της Εκκλησίας και πιο πολύ η άνοιξη, που γίνεται πνευματική με την Ανάσταση του Χριστού.

Αν μπορούσε κανένας να βγάλει από μέσα μου το γλυκό σκίρτημα της θρησκείας, ξέρω πως δεν θάνιωθα τη φυσική ομορφιά όπως τη νοιώθω τώρα, δίχως τον κρυφό ενθουσιασμό, δίχως την αγιασμένη αγαλλίαση που αισθάνομαι τώρα που τα νοιώθω όλα συνταιριασμένα με την ευωδία της θρησκείας. Θα αισθανόμουνα τη φύση όπως την αισθάνονται οι λεγόμενοι «φυσιολάτρες», ποιητικά, εξωτερικά, κι όχι με τη μυστική μακαριότητα και με την αγιασμένη ειρήνη που αισθάνεται ο χριστιανός.

Ευφραίνεται η διάνοιά του με τα έργα της υμνωδίας και της αγιογραφίας σε κάθε στιγμή, κι από μέσα απ’αυτά βλέπει κι ακούει και μυρίζει τα ωραία και τα τερπνά της δημιουργίας. Ακούγει τη βαθύτερη φωνή της φύσης.

Τώρα το Πάσχα, το μοσκοβόλημα που βγάζουνε τα άνθια και τα βότανα, το κελάϊδισμα των πουλιών, το λεπτό τ’αγέρι  που σαλεύει τα χλωρά κλαριά, τ’αλαφρό κύμα που γλυκομουρμουρίζει στην ακρογιαλιά, στους κάβους, στα νησιά, τα βουνά και τα λαγκάδια, όλα τα νοιώθεις να πανηγυρίζουνε μαζί με τα μακάρια πνεύματα, για την Ανάσταση του Χριστού.

Η ευωδία που γεμίζει τον αγέρα από τα λουλούδια, ανακατεύεται με τα μύρα που κρατούσαν οι Μυροφόρες, πηγαίνοντας στον τάφο του Χριστού. Τα ερημοκκλήσια των βουνών πανηγυρίζουνε. Ψαλμωδίες ακούγονται παντού, στις πολιτείες, στα χωριά, στα ταπεινά εκκλησάκια που βρίσκονται μέσα στα περιβόλια, στ’αμπέλια κι απάνω στους ξερούς βράχους, στις ακροθαλλασιές και στα νησιά.

Αλλά, όπου και να βρεθώ, σε στεριά και θάλασσα, ακούγω μέσα μου και σιγοψέλνω τα χαρμόσυνα τροπάρια της Αναστάσεως, που κάνουνε να ευωδιάζουνε όλα γύρω μου.

Τα άγρια κλαδιά στάζουνε μια δροσιά αγιασμένη. Το χώμα και το κάθε ταπεινό βότανο μοσκοβολά σαν μοσκολίβανο. Ναός Θεού είναι όλη η πλάση. Τα βουνά σηκώνουνε με αγαλλίαση τις κεφαλές τους μέσα στο χρυσό φως. Τα άσπρα συννεφάκια ανεμίζονται σαν σημαίες  μέσα στον γαλανό ουρανό. Η θάλασσα αστράφτει  στον ήλιο, ανάμεσα στα δέντρα, στολισμένη με κάβους και με νησάκια. Ως κι οι ξέρες του πελάγου και κείνες γιορτάζουν.

Το χώμα είναι μοσκολίβανο. Οι πέτρες θαρρείς πως είναι και κείνες ζωντανές και χαρούμενες. Τίποτα δεν είναι νεκρό και άψυχο, σήμερα που αναστήθηκε ο Χριστός και χάρισε σε όλα τα πλάσματα και τα κτίσματα ζωή κι αθανασία. Ο Βασιλέας της ζωής βασιλεύει σήμερα απάνω στο ζωντανό βασίλειό του. Πουθενά δεν υπάρχει πιά θάνατος, πουθενά δεν απόμεινε σκοτάδι : «Νυν πάντα πεπλήρωται φωτός, ουρανός τε και γή και τα καταχθόνια».

Για τούτο, όλη η κτίση δοξολογά, ευχαριστώντας τον ευεργέτη της, από τα σύννεφα που αρμενίζουνε ψηλά, από τα ακατάλυτα βουνά, ως το χορταράκι που κρύβεται ταπεινά κάτω από την πέτρα.

Ακούγω τα δέντρα να ψέλνουν σαν ψαλτάδες, σαν παπάδες και σαν δεσποτάδες…

Την ώρα που ο ήλιος χτυπά αστραφτερός στις κορφές των βουνών αρχίζουνε να ψέλνουνε το «Πάσα πνοή αινεσάτω τον Κύριον. Αινείτε τον Κύριον εκ των ουρανών, αινείτε Αυτόν εν τοις υψίστοις!»…

Ο πρωτοψάλτης, ο δρυς, με τη βροντερή φωνή του ψέλνει με σεμνή μεγαλοπρέπεια το δοξαστικό της Αναστάσεως που αντιλαλεί ως τα πέρατα της οικουμένης :

«Αναστάσεως ημέρα, και λαμπρυνθώμεν τη πανηγύρει, και αλλήλους περιπτυξώμεθα. Είπωμεν, αδελφοί, και τοις μισούσιν ημάς συγχωρήσωμεν πάντα τη Αναστάσει! Και ούτω βοήσωμεν : Χριστός ανέστη εκ νεκρών, θανάτω θάνατον πατήσας, και τοις εν τοις μνήμασι ζωήν χαρισάμενος»…

Παπάδες είναι ο παπά- πεύκος κι ο παπά- κέδρος. Αρχιμανδρίτης είναι ο παπά-έλατος. Δεσπότης είναι ο πλάτανος. Διάκοι είναι το κυπαρίσσι κι η λεύκα. Πρωτοψάλτης είναι ο δρυς. Ψαλτάδες είναι η βαλανιδιά, ο πρίνος, ο σκοίνος κι η ελιά η καλογριά. Κανονάρχοι είναι η μυρσίνα, ο ασπάλαθος, το σφεντάμι, ο αβαγιανός, το φλισκούνι, η ρίγανη, το θυμάρι. Και μαζί με τους ψαλτάδες σιγομουρμουρίζουνε η αστοιβιά, ο διόσμος, ο βασιλικός, η μαντζουράνα, ο απήγανος, οι ανεμώνες, τ’αγκάθια, τ’απεραθάκια και τ’ άλλα ταπεινά κι αθώα βότανα.

Ο Χριστός βρίσκεται μέσα σε όλα : Όλα τα πάντα τον ευχαριστούνε γιατί τους έδωσε τη ζωή με την Ανάστασή του. Χωρίς τον Χριστό όλα είναι νεκρά και βουβά…

Ω! Χωρίς την ευωδία που βγαίνει από τον μυστικό κήπο του Χριστού, ναι, δεν μπορεί να νοιώσει ο Ελληνας Χριστιανός την ευωδία της άνοιξης. Μέσα στην ψυχή του, η φυσική άνοιξη γίνεται ένα με το πνευματικό έαρ, κι έτσι αισθάνεται τη χαροποιό πνοή της αιώνιας ζωής, ψέλνοντας με ανεκλάλητη χαρά κι αγαλλίαση :

«Θανάτου εορτάζομεν νέκρωσιν, Αδου την καθαίρεσιν, άλλης βιωτής, της αιωνίου, απαρχήν, και σκιρτώντες, υμνούμεν τον αίτιον, τον μόνον ευλογητόν των Πατέρων Θεών, και υπερένδοξον».

(από τη συλλογή άρθρων του «Μυστικά Άνθη», εκδόσεις Αστήρ)