Αρχείο κατηγορίας Οδός Παραμυθίας

«Η κουκουβάγια με τα γυαλιά» της Αντιγόνης Μεταξά

( Οδός Παραμυθίας )

Η Βάκη ήταν μια μικρή κουκουβάγια. Ζούσε πάνω σ’ ένα ψηλό δέντρο στο δάσος. Και στο αμέσως διπλανό δέντρο ζούσε η γιαγιά Κουκουβάγια. Η μικρή Βάκη καθότανε και παρατηρούσε τη γιαγιά της. Μέρες και μέρες η γιαγιά καθότανε πάνω στο δέντρο και κοίταζε τριγύρω μέσα από τα γυαλιά της.

Τα πουλιά και τ’ άλλα ζώα του δάσους ερχόντουσαν και πιάνανε κουβέντα μαζί της. Τη ρωτούσανε πότε αυτό πότε εκείνο, κι εκείνη  τους έλεγε πάντοτε ποιο ήταν το παράξενο και ποιο το πρεπούμενο. Συνέχεια

«Ενα καρβέλι ψωμί» της Αντιγόνης Μεταξά

( Οδός Παραμυθίας )

  Τον καιρό που είχαμε στην πατρίδα μας την ξένη κατοχή και οι άνθρωποι πεινούσαν και προπάντων τα παιδάκια κινδύνευαν να πεθάνουν από την πείνα, ένας πλούσιος και φιλάνθρωπος κύριος λυπήθηκε τα παιδάκια της πόλης και ειδοποίησε είκοσι από τα φτωχότερα παιδιά να πάνε στο σπίτι του.

Μόλις πήγαν τα παιδιά , τους είπε :

-Επάνω σ’ αυτό το τραπέζι είναι είκοσι καρβέλια ψωμί. Πάρτε το κάθε παιδί από ένα καρβέλι. Κάθε μέρα να έρχεστε την ίδια ώρα να παίρνετε από ένα ψωμί. Ως την ημέρα που ο καλός Θεός θα βοηθήσει να φύγουν οι εχθροί από δω και να μείνουμε ελεύθεροι. Συνέχεια

Το παραμύθι των αποτυπωμάτων (Βραζιλία)

( Οδός Παραμυθίας )

    Πριν από εκατό περίπου χρόνια, ο γέροντας περπατούσε. Είχε διασχίσει την παιδική ηλικία, τη νεότητα, χίλιες χαρές και χίλιους πόνους, χίλιες ελπίδες και χίλιους κόπους. Γυναίκες, παιδιά, τόποι, ήλιοι γέμιζαν τη μνήμη του. Τους είχε αγαπήσει. Τώρα, βρίσκονταν πίσω του, μακρινοί, μισοσβησμένοι. Κανείς δεν τον είχε ακολουθήσει μέχρι ετούτη την άκρη του κόσμου όπου είχε φτάσει. Ηταν πιά μόνος απέναντι στον απέραντο ωκεανό.
    Εκεί που έσκαγαν τα κύματα σταμάτησε και γύρισε πίσω. Τότε, πάνω στην άμμο που χανόταν μέσα σε ατέλειωτες ομίχλες, είδε τα χνάρια από τα βήματά του. Το καθένα ήταν μια μέρα από τη μακριά του ύπαρξη. Τα αναγνώρισε όλα : τα παραπατήματά του, τις δύσκολες περιόδους, τις στροφές και τα χαρούμενα βήματα, τα βαριά βήματα των δύσκολων ημερών που τον έπνιγαν οι καημοί. Τα μέτρησε. Δεν έλειπε ούτε ένα. Τον πήραν οι αναμνήσεις, χαμογέλασε στο διάβα της ζωής του. Συνέχεια

Το τρένο στη χιονισμένη στέπα

( Οδός Παραμυθίας )

    Μια νύχτα Χριστουγέννων, βαθιά μετά τα μεσάνυχτα, ένα τρένο ταξίδευε στις χιονισμένες στέπες της Ρωσίας, και τραβούσε προς Βορρά. Μέσα στα μισοφωτισμένα βαγόνια του υπήρχαν μονάχα ελάχιστοι ταξιδιώτες. Κάποιοι μελαγχολικοί στρατιώτες, δυο ζευγάρια εμπόρων από τον Καύκασο, μια παράξενη γυναίκα, που τυλιγμένη στα κουρέλια της δεν καταλάβαινες αν είναι γριά ή νέα. Συνέχεια