H «σκυτάλη» της ελληνικής ποίησης ανά τους αιώνες

    Ομηρος (8ος αιών π.Χ)

ΙΛΙΑΔΑ

*οἵη περ φύλλων γενεὴ τοίη δὲ καὶ ἀνδρῶν.
Φύλλα τὰ μέν τ᾽ ἄνεμος χαμάδις χέει, ἄλλα δέ θ᾽ ὕλη
τηλεθόωσα φύει, ἔαρος δ᾽ ἐπιγίγνεται ὥρη·
ὣς ἀνδρῶν γενεὴ ἣ μὲν φύει ἣ δ᾽ ἀπολήγει.

Όπως των φύλλων η γενιά, τέτοια και των ανθρώπων η φυλή*
τα φύλλα, άλλα τα ρίχνει ο άνεμος στη γη,
άλλα  φυτρώνουν στο φουντωμένο δάσος, σαν φτάσει η εποχή της άνοιξης.
Έτσι και των ανθρώπων η φυλή, ανθίζει η μια γενιά,
φυλλοροεί η άλλη και μαραίνεται.

 *Αιέν αριστεύειν και υπείροχον έμμεναι άλλων,
  μηδέ γένος πατέρων αισχυνέμεν.

Να είμαι ο πρώτος πάντα, από όλους ο καλύτερος
ποτέ να μην ντροπιάσω το γένος των προγόνων μου.

ΟΔΥΣΣΕΙΑ

*πολλών δ’ ανθρώπων ίδεν άστεα και νόον έγνω,
πολλά δ’ό γ’ εν πόντω πάθεν άλγεα όν κατά θυμόν.

Γνώρισε πολιτείες πολλές, έμαθε πολλών ανθρώπων τις βουλές
κι έζησε, καταμεσής στο πέλαγος, πάθη πολλά που τον σημάδεψαν.

*Ως ουδέν γλύκιον ης πατρίδος ουδέ τοκήων γίνεται.

Τίποτε άλλο πιο γλυκό από πατρίδα και γονιούς.
(μετάφραση Δ.Ν.Μαρωνίτη)

        Σαπφώ (7ος-6ος αιών π.Χ)

*αερίων επέων άρχομαι αλλ’ονάτων
[έ]γω το κάλλος επιτ [   ]μέζον* τι γαρ
ήνεμ [ αί με τιμίαν επόησαν έργα
τα σφα δοίσαι μνάσεσθαί τινά φα
μι και ύστερον αμμέων.

αρχινώ το τραγούδι μου μ’αιθέρια λόγια
μα γι’ αυτό κι απαλά  στ’ άκουσμα,  την
Ομορφιά διακόνησα* τι πιο μεγάλο θα
μπορούσα που μ’ αξίωσαν (οι Μούσες)
τη δική τους δύναμη δίνοντας να λέω :
αλήθεια σε μελλούμενους καιρούς
κάποιος θα βρίσκεται να με θυμάτ’ εμένα.

* ευ μεν ίδ] ου δύνατον
γενέσθαι λωστ’] ον’ανθρωπ[vi*π]εδέχην
δ’άρασθαι
τ’εξ αδοκή[τω.

όμως το ξέρω πως δε γίνεται
ποτέ κανείς να ελπίζει σ’ολάκαιρη την
ευτυχία* ένα μικρό μερίδιο να προσδοκάει
μονάχα* κει που δεν το περιμένει…
(απόδοση Οδυσσέα Ελύτη)

Πίνδαρος (5ος αιών π.Χ)

*Επάμεροι. Τις δε τις ; τι δ’ου τις ; σκιάς όναρ άνθρωπος.
αλλ΄’όταν αίγλα διόσδοτος έλθη,
λαμπρόν φέγγος έπεστιν ανδρών και μείλιχος αιών.

    Εφήμεροι. Τι είναι ο καθένας ; Ισκιος ονείρου είναι ο άνθρωπος.
Αλλά αν οι θεοί έγνοια του δείξουν,
λάμψη μεγάλη τη ζωή του γλυκαίνει.

*Πειρώντι δε και χρυσός εν βασάνω πρέπει
 και νόος ορθός.

Στη φωτιά το χρυσό δοκιμάζουμε
και την ψυχή μας στα δύσκολα.

*Σμικρός εν σμικροίς, μέγας εν μεγάλοις έσσομαι.

Μικρός στα μικρά και στα μεγάλα μεγάλος θα είμαι.
(μετάφραση Κώστα Τοπούζη)

ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΙ ΧΡΟΝΟΙ –ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ -ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑ

Ρωμανός ο Μελωδός (6ος αιών μ.Χ, Βυζάντιο)

Μυρίσαι το άριστον.

Ο επί πτερύγων ανέμων εποχούμενος.

Κυματούνται μου τα σπλάγχνα* ου χωρεί μου την χαράν η ψυχή.

Ην δε σκοτία, αλλ’ εκείνην πόθος κατέλαμπε.

Πωλούμαι υπέρ σου και ελευθερώ σε.

Φως φορεί, φως πέμπει, φως εστί.

Βιντζέντσος Κορνάρος (1553-1613)

ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ

*Του κύκλου τα γυρίσματα που ανεβοκατεβαίνου
και του τροχού που ώρες ψηλά κι ώρες στα βάθη πηαίνου.

*Τα μάτια δεν καλοθωρού στο μάκρεμα του τόπου,
μα πλιά μακρά και πλιά καλά θωρεί η καρδιά τ’ανθρώπου.

*Κ’ ίντα δεν κάνει ο Ερωτας σε μια καρδιά π’ορίζει*
σαν τη νικήση, ουδέ καλό ουδέ πρεπό γνωρίζει.

ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ (18ος αιών )

 Τελευταίος αποχαιρετισμός του κλέφτη

Διψούν οι κάμποι για νερό και τα βουνά για χιόνια,
και τα γεράκια για πουλιά, κι οι Τούρκοι για κεφάλια.
Ροβόλα κάτω στον γιαλό, κάτω στο περιγιάλι*
βάλε τα χέρια σου κουπιά, τα στήθη σου τιμόνι,
και το λιγνό σου το κορμί βαλ’το καραβοκύρη,
κι αν καμ’ ο Θεός κι η Παναγιά να πλέξεις και περάσεις,
να πας προς τα λημέρια μας, πόχομεν το καβούλι,
κι αν σ’ερωτήσ’ η συντροφιά τίποτε για τ’ εμένα,
να μην ειπείς πως χάθηκα, πως πεθαν’ ο καημένος*
πες μόνον πως πανδρεύθηκα στα έρημα τα ξένα.
Πήρα την πλάκα πεθερά, τη μαύρη γή γυναίκα,
κι αυτά τα λιανολίθαρα όλα γυναικαδέλφια.

Επιγραφή του σπαθιού Κοντοϊάννη

Οποιος τυράννους δεν ψηφεί,
κι ελεύθερος στον κόσμο ζει,
δόξα, τιμή, ζωή του
είν’ μόν’ το σπαθί του.

   Ρήγας Φεραίος (1757-1798)

ΘΟΥΡΙΟΣ (απόσπασμα)

Ως πότε παλικάρια να ζούμε στα στενά,
μονάχοι σαν λιοντάρια, στες ράχες στα βουνά;
Σπηλιές να κατοικούμε, να βλέπομε κλαδιά,
να φεύγομεν τον κόσμο για την πικρή σκλαβιά ;

Καλύτερα μιας ώρας ελεύθερη ζωή,
παρά σαράντα χρόνων σκλαβιά και φυλακή.

Τι σ’ωφελεί αν ζήσεις, και είσαι στην σκλαβιά ;
Στοχάζου πως σε ψένουν καθ’ ώραν στην φωτιά.
Βεζίρης, δραγουμάνος, αυθέντης κι αν γενείς,
ο τύραννος αδίκως σε κάμνει να χαθείς.
Δουλεύεις όλη μέρα εις ό, τι κι αν σ’ ειπεί,
κι αυτός κοιτάζει πάλιν το αίμα σου να πιεί…

Με μια καρδία όλοι, μια γνώμη, μια ψυχή,
κτυπάτε, του τυράννου η ρίζα να χαθεί…
Ως οι προπάτορές μας ορμούσαν σαν θηριά,
για την ελευθερίαν πηδούσαν στην φωτιά,
ούτω κι ημείς αδέλφια, ν’αρπάξομεν με μια
τα όπλα, να εβγούμεν από πικρήν σκλαβιά…
Ο κόσμος να γλυτώσει από φρικτήν πληγήν,
κι ελεύθεροι να ζώμεν, αδέλφια, εις την γήν.

 Ανδρέας Κάλβος (1792-1869)

Εις Σάμον (Ωδή 4η, των Λυρικών)

Όσοι το χάλκεον χέρι
βαρύ του φόβου αισθάνονται,
ζυγόν δουλείας ας έχωσι•
θέλει αρετήν και τόλμην
η ελευθερία.

Εάν φιλοτιμούμεθα
να την ξαναποκτήσωμεν
μ’ ίδρωτα και με αίμα,
καλόν είναι το καύχημα
της αρχαίας δόξης.

Ο Φιλόπατρις

Ω φιλτάτη πατρίς,
ω θαυμασία νήσος,
Ζάκυνθε· συ μου έδωκας
την πνοήν, και του Απόλλωνος
τα χρυσά δώρα!

Ποτέ δεν σε ελησμόνησα,
Ποτέ. Και η τύχη μ’έρριψε
μακρά από σε* με είδε το
πέμπτον του αιώνος
εις ξένα έθνη…

Ας μη μού δώση η μοίρα μου
εις ξένην γην τον τάφον·
είναι γλυκύς ο θάνατος
μόνον όταν κοιμώμεθα
εις την πατρίδα.

        20Ος ΑΙΩΝΑΣ

Κωστής Παλαμάς (1859-1943)

     Γύριζε  (1908)

“Γύριζε, μή σταθής ποτέ, ρίξε μας πέτρα μαύρη,
ο ψεύτης είδωλο είναι εδώ, το προσκυνά η πλεμπάγια,
η Αλήθεια τόπο να σταθή μια σπιθαμή δέ θάβρη.
Αλάργα. Νέκρα της ψυχής της χώρας τα μουράγια.

Η Πολιτεία λωλάθηκε, κι απόπαιδα τα κάνει
το Νου, το Λόγο, την Καρδιά, τον Ψάλτη, τον Προφήτη·
κάθε σπαθί, κάθε φτερό, κάθε χλωρό στεφάνι,
στη λάσπη. Σταύλος ο ναός, μπουντρούμι και το σπίτι.

Από θαμπούς ντερβίσηδες και στέρφους μανταρίνους
κι από τους χαλκοπράσινους η Πολιτεία πατιέται.
Χαρά στους χασομέρηδες! Χαρά στους αρλεκίνους!
Σκλάβος ξανάσκυψε ο ρωμιός και δασκαλοκρατιέται.

Δεν έχεις, Όλυμπε, θεούς, μηδέ λεβέντες η Όσσα,
ραγιάδες έχεις, μάννα γή, σκυφτούς για το χαράτσι,
κούφιοι και οκνοί καταφρονούν τη θεία τραχιά σου γλώσσα,
των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι.

Και δημοκόποι Κλέωνες και λογοκόποι Ζωίλοι,
Και Μαμμωνάδες βάρβαροι, και χαύνοι λεβαντίνοι·
Λύκοι, κοπάδια, οι πιστικοί και ψωριασμένοι οι σκύλοι
Κι οι χαροκόποι αδιάντροποι, και πόρνη η Ρωμιοσύνη!”

Aνάξιος (1919)

Ανάξιος όποιος δεν μπορεί
μεσ’ το σεισμό το χαλασμό
κάστρο τη γνώμη του να στήσει,
και καρτερεί, και λέει :
να ιδώ και δε μπορεί
κι αργοσαλεύει του η ψυχή
σαν κυπαρίσσι.

Ανάξιος όποιος μεσ’ στην Πράξη
που μέσ’ στα αίματα πατά
κι ευφραίνεται στ’αποκαϊδια,
ανάξιος όποιος απαλά
κρατάει της σκέψης το μετάξι
για πέπλα, για χρυσοκεντίδια.

Κι ο ποιητής ανάξιος πιά !
Κι ακόμ’ ανάξιος κι ο σοφός,
που δεν ανάφτουν πυρκαγιά
κι από του του λύχνου τους το φως,
όταν αλύπητη βαρειά
ξεσπά η Ανάγκη, και προστάζει.
Ανάξιος είναι όποιος διστάζει !

Ανάξιος όποιος δεν γνωρίζει,
για μεσ’ στο νου του δε σταθεί
πως κυβερνά και πως ορίζει
το Λόγο που είναι σα σπαθί !

Ανάξιος όποιος ξάφνου ακούει
το προσκλητήρι των καιρών
να το φυσάει ή να το κρούει
σάλπιγγα ή τύμπανο, το ακούει,
δε λέει :  ΠΑΡΩΝ !

 Αγγελος Σικελιανός (1884-1951)

Πνευματικό Εμβατήριο (απόσπασμα)

Ομπρός, βοηθάτε να σηκώσουμε τον ήλιο πάνω από την Ελλάδα,
ομπρός βοηθάτε να σηκώσουμε τον ήλιο πάνω από τον κόσμο!
Tι ιδέτε, εκόλλησεν η ρόδα του βαθιά στη λάσπη,
κι ά, ιδέτε, χώθηκε τ’ αξόνι του βαθιά μες στο αίμα!
Ομπρός παιδιά, και δε βολεί μονάχος του ν’ ανέβει ο ήλιος,
σπρώχτε με γόνα και με στήθος, να τον βγάλουμε απ’ τη λάσπη
σπρώχτε με στήθος και με γόνα, να τον βγάλουμε απ’ το γαίμα.
Δέστε, ακουμπάμε απάνω του ομοαίματοι αδερφοί του!
Ομπρός, αδέρφια, και μας έζωσε με τη φωτιά του
ομπρός, ομπρός κ’ η φλόγα του μας τύλιξε, αδερφοί μου!

«Ομπρός, οι δημιουργοί… Την αχθοφόρα ορμή σας
στυλώστε με κεφάλια και με πόδια, μη βουλιάξει ο ήλιος!
Βοηθάτε με και μένανε αδερφοί, να μη βουλιάξω αντάμα!
Ομπρός, παιδιά, και δε βολεί μονάχος του ν’ ανέβει ο ήλιος.

Γιάννης Ρίτσος (1909-1990)

*Αὐτὰ τὰ δέντρα δὲ βολεύονται μὲ λιγότερο οὐρανό,
αὐτὲς οἱ πέτρες δὲ βολεύονται κάτου ἀπ᾿ τὰ ξένα βήματα,
αὐτὰ τὰ πρόσωπα δὲ βολεύονται παρὰ μόνο στὸν ἥλιο,
αὐτὲς οἱ καρδιὲς δὲ βολεύονται παρὰ μόνο στὸ δίκιο.

*Εμείς δεν ξέρουμε τι είναι η ομίχλη.
Εμείς που λες όλα τα φτιάχνουμε στο φως.

*Και οι λέξεις φλέβες είναι. Μέσα τους αίμα κυλάει.

Νίκος Καρούζος (1926-1990)

      Η Ορθοδοξία

Γλυκό που είναι το σκοτάδι στις εικόνες των προγόνων
άμωμα χέρια μεταληπτικά
ρούχα που τ’άδραξεν η γαλήνη και δε γνωρίζουν άνεμο
βαθιά το ελέησον απ’ τους άυλους βράχους
τα μάτια σαν καρποί ευωδάτοι.
Κι ο ψάλτης ολόσωμος ανεβαίνει στο πλατάνι της φωνής
καημένε κόσμε
θυμίαμα η γαλάζια οσμή κι ο καπνός ασημένιος
κερί να στάζη ολοένα στα παιδόπουλα
καημένε κόσμε
σα βγαίνουν – ω χαρά πρώτη – με το Ευαγγέλιο και με τις λαμπάδες
κ’ ύστερα η μεγάλη χαρά να συντροφεύουν τ’ Άγια…
Ο παπα-Γιάννης τυλιγμένος τ’ άσπρο του φελόνι
καλός πατέρας και καλός παππούς με το σιρόκο στη γενειάδα
χρόνια αιώνες, χρόνια και νιάτα πόχει η ομορφιά!…

 Ο  ακέραιος κυρ Αλέξανδρος 

Θαμνώδη ρήματα καί φύλλα καταπράσινα της γλώσσας.
Μεγάλος άνθρωπος κι ανέσπερος έλληνας που κράτησε
τον πόνο στό σωστό του τό ύψος
αγνοώντας καί δημοτικισμούς καί εξελικτισμούς καί μόδες
αγνοώντας τά εκάστοτε μορμολύκεια
τήν ασίγαστη γενικότητα των πιθήκων
αγνοώντας τόν αιώνα τής καλπάζουσας εξυπνάδας
ο ανοξείδωτος.
Ήδη τά θύματα τής Προόδου που πρόωρα σκουριάζει
πάνε στην πατρίδα του τή Σκιάθο
κι αγοράζουν ελπίζοντας οικόπεδα
πάνε για λίγο αεράκι λίγη θάλασσα καί φρέσκο φεγγάρι.
Μά είν’ αδύνατο νά κοροϊδέψουμε τη ρημαγμένη φύση
με ξιπόλητα Σαββατοκύριακα καί μέ τροχόσπιτα.
Ο ακέραιος κύρ Αλέξανδρος
εκείνος ο περιούσιος Παπαδιαμάντης
καί τό κεράκι μας ακόμη δέν τό θέλει.

Νίκος Γκάτσος (1911-1992)

  Τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα

Δεν έχω σπίτι πίσω για να `ρθώ
ούτε κρεβάτι για να κοιμηθώ
δεν έχω δρόμο ούτε γειτονιά
να περπατήσω μια Πρωτομαγιά.

Τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα
μου τα ‘πες με το πρώτο σου το γάλα.

Μα τώρα που ξυπνήσανε τα φίδια
εσύ φοράς τα αρχαία σου στολίδια
και δε δακρύζεις ποτέ σου μάνα μου Ελλάς
που τα παιδιά σου σκλάβους ξεπουλάς.

Τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα
μου τα ‘πες με το πρώτο σου το γάλα.

Μα τότε που στη μοίρα μου μιλούσα
είχες ντυθεί τα αρχαία σου τα λούσα
και στο παζάρι με πήρες γύφτισσα μαϊμού
Ελλάδα Ελλάδα μάνα του καημού.

Τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα
μου τα ‘πες με το πρώτο σου το γάλα.

Μα τώρα που η φωτιά φουντώνει πάλι
εσύ κοιτάς τα αρχαία σου τα κάλλη
και στις αρένες του κόσμου μάνα μου Ελλάς
το ίδιο ψέμα πάντα κουβαλάς.

 Σκουπιδαριό

Της εκκλησιάς τα σήμαντρα
θα βγώ και θα χτυπήσω
ν’ανοίξει ο δρόμος σήμερα
και να σε φέρω πίσω

Ελα της θάλασσας θεριό
και του πελάγου μπόρα
το φοβερό σκουπιδαριό
να διώξεις απ’ τη Χώρα.