Mια μπαλάντα του υποσυνείδητου

Γράφει η συγγραφέας Μάρω Βαμβουνάκη

  Βράδυ καλοκαιριού, δεκαετία περίπου του 1990 και κάτι και με τον Γιώργο Βιδάλη πήγαμε να δούμε πολυδιαφημισμένη παράσταση στο θέατρο της Ρεματιάς στο Χαλάνδρι. Οι κερκίδες γεμάτες θεατές, οι φυλλωσιές της Ρεματιάς ακίνητες από μια άπνοια θερινής νυκτός, ο κόσμος περίεργος να δει μια νέα εκδοχή αρχαίας τραγωδίας.

Προσωπικά τις νέες εκδοχές αρχαίας τραγωδίας τις υποπτεύομαι, όπως και όλες τις «πειραγμένες» σκηνοθεσίες κάθε κλασικού. Είναι τόσο ακέραια τέτοια αριστουργήματα, τόσο τελειωμένα σε μορφή και λόγο, τόσο καλοβιδωμένα στο χρόνο, στο ήθος και στην αισθητική που κάποτε γράφτηκαν, ώστε κάθε παρέμβαση κι αλλοίωση είναι μονάχα για το κακό τους. Για το κακό του κοινού δηλαδή μια και το ίδιο το έργο καμιά ανάγκη δεν μας έχει στη δική του τέλεια αυτάρκεια.

Τελοσπάντων πήγαμε για να πούμε πως πήγαμε και τα πράγματα ήταν έτσι όπως τα φοβόμουν και ακόμα χειρότερα. Οι θεατές σε αμηχανία, οι πιο έξυπνοι δυσανασχετούσαν, οι πιο μοντέρνοι προσπαθούσαν να τους αρέσει μια και στην τέχνη κατ’ αυτούς όλα επιτρέπονται. Όμως υπάρχει και Θεός και αφού υπάρχει εκείνη τη νύχτα στο θέατρο της Ρεματιάς μας αποζημίωσε για την ταλαιπωρία.

Κάποια στιγμή έγινε διάλειμμα, άναψαν ανάμεσα στα ωραία δέντρα τα φώτα, και ακριβώς πίσω μας ανακαλύψαμε πως καθόταν, μαζί με την ευγενική, όμορφη σύζυγό του, ο κύριος Χρήστος Μαλεβίτσης !

Πόσο το γνήσιο, το αυθεντικό, το φύσει ευγενές αναδεικνύεται ακόμα περισσότερο μέσα σε μια κατάσταση κίβδηλη και προσποιητή! Πόσο αυτός ο αρχοντικός άνθρωπος με το απλό ευφυές, καλόκαρδο βλέμμα, έλαμπε στις αμήχανες κερκίδες εκείνης της χαμένης βραδιάς! Με τι φως, καλοσύνη, δύσκολη για εμάς και πανεύκολη για τον ίδιο απλότητα, χαιρόταν που μας έβλεπε, χαιρόταν που τα λέγαμε, χαιρόταν για ό,τι αξίζει, έτσι όπως χαίρονται οι ευλογημένες ψυχές που τους χαρίσθηκε η χάρη εύκολα να χαίρονται, να ξεχωρίζουν σημασίες με την πρώτη ματιά της βαθειάς και έξυπνης ματιάς τους. Ακριβώς όπως έγραφε και στα πολύτιμα άρθρα του στην Καθημερινή (Τα Άπαντά του κυκλοφορούν από τις εκδόσεις ΑΡΜΟΣ), και σε έκανε να λες, όσο δύσκολα κι αν ήταν τα πράγματα, το σωτήριο: Αξίζει η ζωή ! Ευτυχώς που ζω!

Ήταν ενθουσιασμένος λοιπόν κι εκείνο το βράδυ – όχι για την παράσταση ασφαλώς που βρεθήκαμε και στην οποία ούτε που αναφέρθηκε- αλλά για την τύχη που είχε πάει χθες να δει μια ωραία ταινία της Τζέιν Κάμπιον, με τίτλο «Το πιάνο».

Μας μιλούσε γι’ αυτό ασυγκράτητα, εξηγούσε στιγμές που τον συγκίνησαν, περιέγραφε τις τροπικές ζούγκλες, τη μεταμόρφωση της αυστηρής πιανίστριας, τις μαγικές ακτές όπου οι ιθαγενείς έσερναν τα πλεούμενά τους, τον έρωτα με τον άγριο άντρα που σχέση καμιά δεν είχε με τον καλόκαρδο σύζυγο, τη φυγή της, τη φυγή της επιτέλους από τον καθωσπρεπισμό, την κατάδυσή της στον βαθυγάλανο βυθό μαζί με το πιάνο της όταν κινδύνεψε να πνιγεί, και όσα είχαμε όλοι μας αγαπήσει σ’ εκείνη την μοναδικά γοητευτική ταινία.

Όμως ποτέ δεν θα ξεχάσω τη φράση του, εκείνο τον σύντομο χαρακτηρισμό που χαρακτήρισε το φιλμ και έκλεισε όλα όσα ήθελε να πει, όσα κι εμείς προσπαθούσαμε να λέμε:

«Μα πρόκειται για μια μπαλάντα του υποσυνείδητου!»….

Μια μπαλάντα του υποσυνείδητου, όπως το είπε ο κύριος Χρήστος Μαλεβίτσης κι εμείς σιωπήσαμε, μας αρκούσε, μας τα έβαλε όλα στη θέση τους. Ετσι βαθύς, έτσι εύστοχος, πάντα έτσι. Και τότε και τώρα που υποτίθεται ότι δεν ζει εδώ.

Τέσσερις λέξεις τόσο αληθινές και έξυπνες που μας έσωσαν εκείνη την ανόητη βραδιά μας σε μια παράσταση που ούτε θυμάμαι ποια ήταν τελικά, που έχουν περάσει τόσα χρόνια, τόσες ζωές και θάνατοι, κι εκείνη διασώζεται και τη χρωστώ να την ξαναπώ στον ακριβό μας κύριο Μαλεβίτση όπου κι αν βρίσκεται απόψε.