«Oλα για καλό» του Γιάννη Μακριδάκη

Νησιώτικα μυστικά ζωής, έρωτα και θανάτου

Ο Γιάννης Μακριδάκης από τη Χίο είναι ένας από τέσσερις Ελληνες σύγχρονους πεζογράφους που μ’ αγγίζουν ιδιαίτερα (οι άλλοι τρεις είναι ο  Πειραιώτης Διονύσης Χαριτόπουλος και οι Θεσσαλονικιοί Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Ισίδωρος Ζουργός).

Μ’ αφορμή το καινούργιο  μυθιστόρημα του Μακριδάκη «Ολα για καλό» (έκδοση του βιβλιοπωλείου της Εστίας) ας πούμε αρχικά τι εκτιμούμε στη  γραφή του αλλά και στον ασυνήθιστο τρόπο ζωής του.

Μολονότι σπούδασε μαθηματικά κι έμεινε ένα φεγγάρι  στην Αθήνα, επέστρεψε στο νησί του τη Χίο  κι εγκαταστάθηκε σ’ ένα μακρινό χωριό ζώντας μόνιμα εκεί ως αγρότης. Σπάνιο φαινόμενο να καλλιεργεί κανείς τη γή και τη γραφή, να είναι παραλληλα ακτιβιστής και ανθρωπιστής , να παλεύει για τον τόπο του αλλά και για πρόσφυγες-μετανάστες που δεν έχουν στον ήλιο μοίρα.

Είναι άξιο μνείας ότι σχεδόν όλα τα βιβλία του έχουν πηγή έμπνευσης το νησί του, πατούν στέρεα στο χτες  και το σήμερα. Στις νουβέλες και τα μυθιστορήματά του «δένουν» αρμονικά οι αντιθέσεις  των παλαιότερων με τους νεότερους. Η γη, η παρέα, το φαγοπότι, το κρασί, οι μνήμες και οι διηγήσεις ευφραίνουν και γλυκαίνουν τους καθημερινούς μικροήρωές του παρά τα στραπάτσα και τις κακοδαιμονίες  που ελλοχεύουν. Η φύση είναι κυρίαρχο «κάδρο» στα βιβλία του.

Η γραφή του έχει μια αδιόρατη μαθηματική δομή και συχνά στις ιστορίες του υπάρχει κάποιο «μυστικό» που θα αποκαλυφθεί προς το τέλος (από το πρώτο του βιβλίο «Ανάμισης τενεκές», την «Αλωση της Κωνσταντίας» έως το τωρινό του «Όλα για καλό» όπου… δίνει ρέστα σε μυστικά κι ανατροπές).

Η γλώσσα που χρησιμοποιεί στις μικρές προτάσεις του είναι απλή και κελαρυστή. Χρησιμοποιεί λέξεις και φράσεις από τον άφθονο γλωσσικό πλούτο της λαγαρής δημοτικής των απλών καθημερινών ανθρώπων αλλά και από τη χιώτικη ντοπιολαλιά. Θα τολμούσαμε να πούμε ότι οι μικρόκοσμοι των ιστοριών του έχουν ενίοτε μια… παπαδιαμαντική αχλή.

Ας έρθουμε όμως στο καινούργιο του μυθιστόρημα «Όλα για καλό» (ο τίτλος παραπέμπει στη φράση που λένε  συνήθως άνθρωποι ηλικιωμένοι δίνοντας ένα τόνο αισιοδοξίας κι υπέρβασης έστω κι αν εδώ έχει ένα στωΪκό, γλυκόπικρο χρώμα).

Είναι πολύ δύσκολο να δώσεις το περίγραμμα του βιβλίου χωρίς να «προδώσεις» τα απανωτά οικογενειακά και κοινωνικά μυστικά που υπάρχουν σ’ αυτό και σιγά-σιγά βγαίνουν στην επιφάνεια.  Θα το επιχειρήσουμε ακροθιγώς  κεντρίζοντας τον αναγνώστη να «ταξιδέψει» μόνος του στα παιχνίδια της μοίρας, που συμπαρασύρουν τους δύο κεντρικούς ήρωές του.

Η ιστορία του διαδραματίζεται σ’ένα απομακρυσμένο χωριό του νησιού  στο χρονικό διάστημα Νοέμβριος -Δεκέμβριος του 2015 με ορισμένες αναδρομές στο παρελθόν.

Βασικός πρωταγωνιστής του ο 38χρονος Δημοσθένης, που μαζί με μια μικρή ομάδα έχουν φτιάξει σ’ένα εγκαταλειμμένο σπιτάλι (παλαιότερα οικισμό λεπρών), ένα κοινωνικό  μαγειρείο για να προσφέρουν τροφή στους πρόσφυγες. Ο ίδιος φιλοξενεί  την δέκα χρόνια μικρότερή του Κατρίν από τη Γερμανία και κατά το ήμισυ Ελληνίδα, η οποία έχει έρθει εθελοντικά να συνδράμει τους πρόσφυγες.

Ένα τρίτο πρόσωπο καθοριστικό στην ιστορία είναι ο 60χρονος Μιχάλης, ευφυής αλλά φευγάτος, που ζει απομονωμένος σ’ένα καλύβι στο βουνό (εξαιτίας ενός ατυχήματος με δική του υπαιτιότητα έγινε μοναχός για κάποια χρόνια και μετά αποσχηματίστηκε για να ζήσει σαν ερημίτης σε βουνό).

Ο ξαφνικός θάνατός του όπως και ένας πνιγμένος πρόσφυγας που πριν ένα μήνα εκβράστηκε στην ακτή και τον οποίο βρήκαν τυχαία ένα βράδυ οι δύο συγκάτοικοι , οι δύο παράξενες κηδείες που ακολούθησαν, μια απρόσμενη γέννηση όπως και τρία διαδοχικά δείπνα συνθέτουν τον κορμό του μυθιστορήματος, που εκτυλίσσεται σ’ένα βροχερό και παγερό… αγγελοπουλικό τοπίο.

Στα τρία δείπνα που παραθέτουν στα σπίτια τους δύο  ηλικιωμένα φιλόξενα και καλόκαρδα ζευγάρια του χωριού, ανασύρονται παλιές ιστορίες ξεχασμένες, γράμματα κιτρινισμένα, συμπτώσεις και μυστικά που αναστατώνουν τον Δημοσθένη πρωτίστως, τη νεοφερμένη Κατρίν αλλά και τους συνδαιτημόνες .

Αυτό το γαϊτανάκι συμπτώσεων και αποκαλύψεων που αγγίζει τα όρια του μελοδράματος,  στα δοκιμασμένα  χέρια του Μακριδάκη αποκτάει μια ανθεκτική υπόσταση, υπαρξιακή και κοινωνική. Με μαστοριά ανακατεύει την «τριπλή τράπουλα» της ζωής (γέννηση, έρωτας, θάνατος), με πηγαία ευαισθησία ακουμπάει στα ελαττώματα και προτερήματα, στα ήθη κι έθιμα του Ελληνα της αιγαιοπελαγίτικης περιφέρειας  δίνοντας παράλληλα ένα αυθεντικό «χρώμα» οικουμενικότητας και ανθρωπιάς.

Με αδρό τρόπο καταγράφει τη συνύπαρξη της νεότερης γενιάς με την τρίτη ηλικία εκφράζοντας διακριτικά το θαυμασμό και σεβασμό του σ’εκείνη τη «μαγιά» ανθεκτικών και υπομονετικών ανθρώπων παλαιάς κοπής, που σιγά-σιγά εκλείπει.  Στο μυθιστόρημά του αυτό, ο Φώταρος, η κυρά Καλή, η κυρά Στάσα  είναι  οι υπερήλικες  «αφανείς φάροι» θέλησης και καλοσύνης, κουράγιου κι απαντοχής.

Ιδού  ένα σχετικό μικρό απόσπασμα:

«Είχαμε μείνει όλοι αποσβολωμένοι. Δεν πιστεύαμε στ’αυτιά μας. Αχού, τι είναι τούτο πάλι ; είπε η κυρα –Στάσα και χτύπησε με τα χέρια το πρόσωπό της. Ετούτο δεν το είχα σκεφτεί. Εψαχνε να βρει ένα σημάδι σε όλα όσα συμβαίνανε, ήτανε το φυσικό της αυτό. Γύρισε τότε στην κυρα-Καλή, να βρει παρηγοριά και εξήγηση. Καλλιόπη, εσύ τι λες ; για καλό είναι, για για κακό τούτο τώρα ; τη ρώτησε. Η κυρα Καλή χαμογέλασε ήρεμη. Όλα για καλό είναι, Στάσα, της είπε, ακόμα δεν το’μαθες ; Όλα για καλό είναι, μη σκας».

«Όλα για καλό» λοιπόν, παρά τα πάθη, τα λάθη, τα παιχνίδια της  μοίρας στο διάβα της ζωής.

Εν κατακλείδι δυο μικρές παρατηρήσεις καλή τη πίστη :

* Επρεπε στο τέλος του βιβλίου να υπάρχει ένα γλωσσάρι με λέξεις που δεν είναι γνωστές και κατανοητές. Λέξεις χιώτικες, υποθέτουμε, όπως : εμασιά, αναγκασία,  πίκουπα, να ξελαφάξω, μαμούκιασε, αγκούσιες,  σιτζίμια, τσουκαρούσα, πίζουλη, αδιαφόρετο,  μπροστέλα, μπουρούρισα, μεζάρι, ξεχαλικά, σφαντό.

* Οι  παράγραφοι του βιβλίου είναι σχεδόν πάντα μακροσκελείς. Χρειάζεται να παίρνει μια ανάσα ο αναγνώστης.  Ιδιαίτερα όταν τα λόγια διαφόρων προσώπων του μυθιστορήματος αναμειγνύονται  με την πρωτοπρόσωπη διήγηση, κάτι που θα μπορούσε να αποφευχθεί με περισσότερες και μικρότερες παραγράφους.