Oμήρου Οδύσσεια του Μιχάλη Γκανά

  O νόστος είναι μέλι πικρό

  «Είναι γλυκιά η πατρίδα, Οδυσσέα, αλλά ο νόστος είναι μέλι πικρό που τρώει τα σωθικά σου» (Τειρεσίας, ραψωδία λ, Νέκυια)

Μια καθυστερημένη οφειλή είναι το σημείωμα αυτό για την Ομήρου Οδύσσεια που φιλοτέχνησε ο Μιχάλης Γκανάς σε δική του απόδοση –διασκευή μ’ένα γοητευτικά παραμυθένιο και ποιητικό τρόπο (εκδόσεις Μεταίχμιο).

Ο γράφων είναι συνήθως επιφυλακτικός σχετικά με τα κλασικά έργα, λογοτεχνικά και θεατρικά, όταν μεταφέρονται στα καθ’ημάς με τρόπο σύγχρονο, μοντέρνο-μεταμοντέρνο (και τι δεν έχουν δει τα μάτια του).

Στην προκειμένη περίπτωση βγάζει το καπέλο του και υποκλίνεται στην μπολιασμένη και αφομοιωμένη από την προφορική παράδοση, πρωτότυπη διασκευή που έκανε ο Μιχάλης Γκανάς.

Εχοντας εντρυφήσει κατά καιρούς  σε τρεις μεταφράσεις της διαχρονικής ομηρικής Οδύσσειας ( του Αργύρη Εφταλιώτη, του Δημήτρη Μαρωνίτη και κείνη την αξιέπαινη σε πεζό λόγο ενός ανωνύμου τη μεσοπολεμικό περίοδο) ο vidalart  ομολογεί ότι την καινούργια αυτή συντομευμένη απόδοση την καταευχαριστήθηκε.  Κι αυτό γιατί ως μυθοδίαιτο ον ταξίδεψε  σαν μικρό παιδί στον «ατρύγητο πόντο» των σελίδων της. Κάποιες στιγμές συγκινήθηκε βαθιά και γέλασε με την καρδιά του χάρη στο γλωσσικό τάλαντο, την αφηγηματική δεξιοτεχνία,  την πηγαία  ευαισθησία και το απρόσμενο χιούμορ με τα οποία μπόλιασε κατά περίσταση την Οδύσσεια  ο Μιχάλης Γκανάς (ένας δημιουργός με ανθεκτική και γόνιμη παρουσία στην ποίηση και τη στιχουργική,  ενίοτε και στην πεζογραφία).

Μια διασκευή για «νέους αναγνώστες»  αλλά και για μεγαλύτερους θα προσθέταμε με σιγουριά.  Γράφει ο Γκανάς στο επιλογικό του σημείωμα :

«Το ανάγνωσμα απευθύνεται σε παιδιά που ετοιμάζονται να μπουν στην εφηβεία και σε άλλους που έχουν βγει πρόσφατα ή προ πολλού από αυτήν, χωρίς να έχουν διαβάσει ποτέ ολόκληρη την Οδύσσεια. Ας όψεται το ελληνικό σχολείο…
Ολόκληρη, πάντως, δεν θα τη βρούνε οι αναγνώστες ούτε στη δική μου διασκευή, γιατί έπρεπε να τη συμμαζέψω κάπως. Ετσι, έκοψα, έραψα, κάπου έβαλα δικά μου λόγια και ανθολόγησα στίχους ποιημάτων και τραγουδιών, που ενσωμάτωσα στο κείμενο της αφήγησης, όπου νόμιζαν ότι ταιριάζουν».

Ο αναγνώστης συνταξιδεύει και ζει τις αρχετυπικές περιπέτειες του Οδυσσέα με τον γάργαρο, κελαρυστό λόγο του Γκανά, αρδευμένο από το αστείρευτο ποτάμι της νεοελληνικής γλώσσας (λέξεις, φράσεις, μεταφορές, επίθετα από την καθομιλουμένη, το δημοτικό τραγούδι, το παραμύθι, την αργκό παλαιών ενηλίκων αλλά κι εκείνη των σημερινών νέων).

Ο ψαγμένος αναγνώστης κάποιες στιγμές θα πάρει μυρωδιά στίχους σημαντικών δημιουργών, που είναι αρμονικά ενταγμένοι στις ραψωδίες του ομηρικού έπους (στίχοι από τους Διονύσιο Σολωμό, Γιώργο Σεφέρη, Γιάννη Ρίτσο, Νίκο Γκάτσο, Διονύση Σαββόπουλο, Λευτέρη Παπαδόπουλο, Μάνο Ελευθερίου, κ.α.) Ακόμη και μια σταλιά… κρυφό Παπαδιαμάντη μπορεί να διακρίνει  στο κείμενο («σαν να’χαν τελειωμό ποτέ τα βάσανα του κόσμου»).

Σαν ένας σύγχρονος αοιδός-παραμυθάς, ο Γκανάς χρησιμοποιεί στις περισσότερες ραψωδίες έναν λαγαρό αφηγηματικό λόγο ενώ μερικές τις αποδίδει με την ποιητική του φλέβα, που εδώ θυμίζει  παραδοσιακό δημοτικό τραγούδι.

Ιδού ένα ποιητικής μορφής απόσπασμα από την αναγνώριση πατέρα και γιού, Οδυσσέα και Τηλέμαχου, όταν ο πρώτος έφτασε επιτέλους στην Ιθάκη (ραψωδία π).

 -Ξένε μου και παράξενε, πως άλλαξες, για πες μου ;
Βγήκες ζητιάνος, άπλυτος, και μπήκες μυροβλήτης
και τα κουρέλια πέταξες, και φόρεσες πορφύρα.
Το ζαρωμένο σου κορμί βρήκε τη δύναμή του
κι από θνητός και άχαρος θεός εφανερώθης.

-Θεός δεν είμαι, γιόκα μου, μη βλαστημάς παιδί μου.
-Τότε ποιος είσαι άρχοντα ;
– Αυτός που φταίει για όλα :
για όσα σου συμβαίνουν εσένα και των άλλων,
της μάνας σου της μοναχής, του δόλιου μου πατέρα.

-Θέλεις να πεις πως είσαι αυτός που όλοι καρτερούμε ;

-Θέλω να πω πως είμαι ‘γω που λείπω είκοσι χρόνια.
Είκοσι χρόνια μακριά απ’ όσους αγαπάω,
ένας Κανένας δηλαδή για όλους σας, παιδί μου.
Παρών σ’ όλα τα βάσανα, απών απ’ τη ζωή σας
και κινδυνεύω να κοπώ από τις απουσίες.

Επεσαν κι αγκαλιάστηκαν και γίναν ένα σώμα
που είχε χέρια τέσσερα και άλλα τόσα πόδια
και μάτια δεκατέσσερα και πάλι δεν χορταίναν
να βλέπουν και να χαίρονται την ομορφιά του άλλου.

Και να φιλιούνται σταυρωτά με δάκρυα και γέλια.
Και να φωνάζουν δυνατά όσο η φωνή τους φτάνει.
Ν’ αχολογούν οι ρεματιές, οι θάλασσες, οι κάμποι :
Πατέρα ! Γιέ μου ! και ξανά Παιδί μου ! και Πατέρα !
Ώσπου το πήρε η Ηχώ και το’κανε τραγούδι…

Και λίγο παρακάτω όταν ο Τηλέμαχος του λέει πως θα τα βγάλουν πέρα που είναι μόνο δυο και οι μνηστήρες εκατόν οχτώ, ο Οδυσσέας του απαντάει :

Δεν είμαστε μονάχα δυο, λάθος μετράς, παιδί μου.
Γιατί εγώ μονάχος μου κάνω για τρεις χιλιάδες
όπως στην Τροία το ‘δειξα και με το παραπάνω.
κι εσύ αν είσαι τέκνο μου και τόσο δα μου μοιάζεις
κάνεις για εκατόν οχτώ ! Αντρες, όχι κηφήνες.

   Δεν είναι, γιέ μου, οι αριθμοί που κάνουνε κουμάντο
αλλά η ψυχή και το μυαλό, και προπαντός το δίκιο,
που είναι με το μέρος μας και οι θεοί το ξέρουν.
Και θα σταθούν στο πλάι μας οι δυο καλύτεροί τους :
Ο Δίας και η Αθηνά, εκείνη την ημέρα.
Σου φτάνουνε , Τηλέμαχε, ή να φωνάξω κι άλλους ;

-Μου φτάνουνε, πατέρα μου, φτάνουν και περισσεύουν.

«Ταξιδέψτε» λοιπόν με την αθάνατη ομηρική Οδύσσεια, τις περιπέτειες του πολυμήχανου και κοσμογυρισμένου καπετάνιου της : από τις χώρες των Λαιστρυγόνων, των Λωτοφάγων, των Κυκλώπων έως τις παγίδες των Σειρήνων, της Σκύλας και της Χάρυβδης. «Ταξιδέψτε» με τα ερωτικά πάθη του και την ισχυρή επιρροή του σε σαγηνευτικές γυναίκες, γήϊνες και θεϊκές  : από τα νησιά της Καλυψώς, της Κίρκης, της Ναυσικάς έως τον ερχομό του στην πολυπόθητη Ιθάκη  με την υπομονετική και ευφυή Πηνελόπη να τον περιμένει (έχοντας πάντα ο ίδιος την αμέριστη βοήθεια της θεάς Αθηνάς).

Όλα αυτά με τη μαγική μπαγκέτα του Μιχάλη Γκανά που με μαεστρία κάνει το ταξίδι του Οδυσσέα πιο οικείο και αναγνωρίσιμο στις μέρες μας για μικρότερους αλλά και για μεγαλύτερους (οι καλαίσθητες αρχαιοπρεπείς ζωγραφιές που στολίζουν το κείμενο είναι φτιαγμένες από τον εικαστικό Βασίλη Γρίβα).

Με το καλό να εντρυφήσει επίσης στην «Ιλιάδα» και να τη διασκευάσει με τον ίδιο οίστρο και την ίδια γλωσσική δεινότητα.