O φαλλοκατασκευαστής του Τυρνάβου

(Ελευθεροτυπία, 24 Φεβρουαρίου 1996)

του Γιώργου Βιδάλη

Θεωρεί τον εαυτό του πρωτοπόρο εν Ελλάδι στο να φτιάχνει πέη πήλινα σε φυσιολογικό μέγεθος, εν στύσει. Είναι κυριολεκτικά ο… Πουτσίνι του Τυρνάβου, γνωστός όχι μόνο εντός συνόρων αλλά και στο εξωτερικό. Επί 50 χρόνια είναι το σήμα κατατεθέν, για την ακρίβεια… υπερυψωθέν, της μικρής αυτής πόλης, που απέχει 16 χλμ από τη Λάρισα.

Κάθε Καθαρή Δευτέρα στον Τύρναβο γίνεται παραδοσιακό γλέντι που έχει διονυσιακές ρίζες. Η αρχή της άνοιξης και της βλάστησης γιορτάζεται με το μπουρανί που είναι ένα φαγητό μαγειρεμένο με τα πρώτα χόρτα της εποχής. Στη γιορτή οι ντόπιοι κραδαίνουν  φαλλούς, λένε τολμηρά παραδοσιακά ή αυτοσχέδια τραγούδια , κάνουν πειράγματα και χειρονομίες είτε στο βουναλάκι του προφήτη Ηλία είτε στην πλατεία της πόλης.

Ο Βαγγέλης Χριστοδούλου, 71 χρονών, από μικρό παιδί έμαθε την τέχνη της αγγειοπλαστικής φτιάχνοντας τσουκάλια, γλάστρες, κανάτια, στάμνες. «Σκληρή δουλειά. Νάσαι δίπλα στη φωτιά και στο καμίνι, να φορτώνεις υλικό στη σούστα να το πας στην αγορά της Λάρισας κάθε εβδομάδα. Τότε δεν υπήρχε τεχνολογία». Στον Τύρναβο και στα περίχωρα είναι πασίγνωστος για τους γιορταστικούς φαλλούς του.

Μικρόσωμος και λαλίστατος, χωρατατζής και αθυρόστομος, ο κυρ-Βαγγέλης, που έχει δυο γιούς, εγγόνια και τώρα είναι συνταξιούχος,  μας μίλησε εκτενώς για την… πεοποιητική του τέχνη που τον έκανε φίρμα.

Τον πρώτο του φαλλό τον έπλασε στα δεκαεννιά του. «Ξεκουραζόμουν κοντά στη φωτιά στο υπόγειο εργαστήριο και μου σηκώθηκε για τα καλά. Τότε σοφίστηκα να τον βγάλω σε καλούπι. Τον πάτησα γερά και τον έβαλα στο γύψο».

-Πως φτιάχνεται δηλαδή ; Θέλει κάποια τέχνη ;

«Αφού τον βγάλεις από το καλούπι θέλει να στεγνώσει και μετά να ψηθεί στο φούρνο. Αμα είναι βροχερός ο καιρός  θα πρέπει να περιμένεις  4-5 μέρες. Στο καμίνι θέλει χαμηλή φωτιά και ύστερα μεγάλη για να ψηθεί,  αλλιώς σκάζει, χαλάει, σκίζεται. Χρειάζεται προεργασία.Πρέπει να είσαι μερακλής για να τις έχεις τις πούτσες περιποιημένες , όμορφες, με το φυσιολογικό κρεατί τους χρώμα. Γύρω στις 18 χαρακιές, 18 πόντους δηλαδή»,

-Πριν από σας δεν γινόντουσαν ανάλογες ;

«Προπολεμικά κάνανε ξύλινες ή με καρότα το έθιμο. Γυναίκες δεν επιτρεπόταν να πάρουν μέρος. Κάνανε το μπουρανί με τα χόρτα, παρέες-παρέες στα αναχώματα, μασκαρευόντουσαν όλοι. Υστερα από μένα άρχισαν να μοντάρουν κι άλλοι, πήρε έκταση το πράγμα. Το ξέρεις ότι η τελευταία δίκη του πούτσου έγινε το ΄45 ;»

-Τι δίκη ;

«Δικάζανε τον πούτσο γιατί άφησε το μνι για τον κώλο και οι γυναίκες τον μηνύσανε. Στηνόταν αγχόνη, υπήρχαν οι δικαστές με τα ρολά, η υπεράσπιση. Λέγανε χήρες, ζωντοχήρες, διάφορα λόγια. Η απόφαση στο τέλος ήταν «αθώος». Είναι κρίμα που δεν διασώσαμε αυτό το έθιμο, που δεν καταγράφηκε πουθενά».

 -Να ξαναγυρίσουμε στις δικές σας κατασκευές. Τις πουλάγατε ;

«Όχι, τις έδινα δωρεάν. Για εμπόριο δεν το’κανα κι ήταν βλακεία μου. Ο ξάδελφός μου, που πέθανε, τις πουλούσε. Ξέρεις πόσο πουλιέται μία τώρα. Ένα-ενάμισι χιλιάρικο. Φιλικά τις πρόσφερα. «Θέλω μια ρε παλικάρι», «πιάσε μια» του έλεγα».

-Είχατε ζήτηση κι εκτός Τυρνάβου ;

«Βεβαίως. Εκτός από τις γιορτές μου παραγγέλνανε γνωστοί από διάφορα μέρη της Ελλάδας. Το ξέρεις ότι μια που έφτιαξα γύρισε όλο τον κόσμο ; Την είχα δώσει σ’έναν προϊστάμενο ταχυδρομείου κι αυτός την ταξίδεψε σε διάφορα μέρη. Ένα Εγγλέζος, που είχε έρθει εδώ και πήρε στοιχεία για το έθιμο, έγραψε βιβλίο. Γύρω στο ’50 είχε έρθει ο ο λαογράφος Βελούδιος μαζί με κάποιον Γαβαλά και ρωτούσαν για τους φαλλούς και το έθιμό μας. Εχει έρθει και η ΕΡΤ κι έκανε ντοκιμαντέρ».

-Οι αντιδράσεις του κόσμου ποιες ήταν ;

«Από το ’50 μέχρι το ’70 οι γυναίκες ήταν πιο επιφυλακτικές. Γελάγανε αλλά και σου λέγανε «δεν ντρέπεσαι». Η τηλεόραση βέβαια μας ξεπέρασε.  Τα δικά μας είναι συνηθισμένα αστεία. Σ’όλα τα τραπέζια βλέπεις πούτσους. Εγώ έκανα διάφορα πειράγματα. Για παράδειγμα έκανα τον τροχονόμο κρατώντας μια στο χέρι και κατεύθυνα τα αυτοκίνητα δεξιά-αριστερά, δίνοντας… πουτσοκλήσεις  στους παράνομα σταθευμένους».

-Δεν παρεξηγιόντουσαν ;

«Όχι με μένα. Είχα ταλέντο να κάνω το καλαμπούρι. Γιατί το κάνουν κι άλλοι νεότεροι, αλλά άγαρμπα».

-Η μεγαλύτερη παραγωγή σας πόσες περιλάμβανε ;

«Παραπάνω από δέκα δεν έκανα. Πέρσι η παρανυφαδιά μου (η χήρα του εξαδέλφου μου) έκανε εκατό».

-Φτιάχνουν δηλαδή και οι γυναίκες φαλλούς ;

«Εβαλα κι εγώ τη γυναίκα μου κάποια στιγμή να φτιάξει και μου τις έβγαλε τις πούτσες λες κι είχαν πάθει συμφόρηση ! «Είναι κεφάλι αυτό ;» της είπα. Πρέπει να’σαι τεχνίτης για να το κάνεις. Κάθε τέχνη το μάστορά της φοβάται. Θάχω κάνει συνολικά όλα αυτά τα χρόνια 500, 600 κομάτια. Χώρια τα εκτός έδρας, εκτός Απόκρεων δηλαδή. Παίρνουν τηλέφωνο : «Στείλε μου μια στη Θεσσαλονίκη, δύο στην Αθήνα». Εξωσχολική δραστηριότητα».

-Σκεφθήκατε ποτέ να αποθανατίσετε σε πηλό και το…γυναικείο όργανο ;

«Α, όχι δεν γίνεται. Το μνι πώς να βγεί ; Δεν βγαίνει στο καλούπι εύκολα. Πώς να το φτιάξεις ; Πρέπει να είσαι γλύπτης για να το κάνεις φυσιολογικό. Πρέπει να φτιάξεις και τα σκέλη. Πώς να το βάλεις ; Σκέτη κορνίζα;»

-Πότε ήταν πιο καλά ; Όταν ήσασταν 30-40 χρόνων ή τώρα ;

«Τώρα που δεν μπορούμε να πάρουμε τα πόδια μας ; Τότε ήταν καλά. Τώρα, τι μπορείς να κάνεις τώρα. Τότε πετούσα με τις συντροφιές μου, τις παρέες μου».