Tα γράμματα που δεν περίμενε κανείς» της Ανχελες Ντονιάτε

    Η βοήθεια απρόσμενων επιστολών

Ένα ισπανικό μυθιστόρημα με  απλή  γραφή και σαγηνευτική  πλοκή, που θα κέρδιζε –αν υπήρχε σχετικός διαγωνισμός –  με τα μπούνια το βραβείο λογοτεχνικής ηδύτητας και συγκίνησης, καλοσύνης και αλτρουϊσμού.

Ο λόγος για το μυθιστόρημα της Ανχελες Ντονιάτε «Τα γράμματα που δεν περίμενε κανείς» που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις «Κλειδάριθμος» σε γλαφυρή μετάφραση της Μαρίας Παλαιολόγου.  Ένα γλυκύτατο βιβλίο, ιδανική  παρέα για το καλοκαίρi.

«Ποτέ ένα δάκρυ δεν θα μουτζουρώσει ένα e-mail» (Ζοσέ Σαραμάγκου).

Αποτελεί μια βαθιά υπόκλιση στη ανυπέρβλητη και φθίνουσα γοητεία της ιδιόχειρης αλληλογραφίας, τις χειρόγραφες επιστολές που ανταλλάσουν ακόμη στην εποχή του Ιντερνέτ… κάποιοι παλαιάς κοπής.  Στην αφή του χαρτιού, στο πως ξεδιπλώνονται σ’ αυτό μύχιες σκέψεις κι επιθυμίες, προβλήματα κι αισθήματα. Στις αντιδράσεις, την έκπληξη, τα συναισθήματα του παραλήπτη.

«Για μένα η μεγαλύτερη απόλαυση της γραφής, δεν είναι το θέμα της, αλλά η μουσική που φτιάχνουν οι λέξεις» (Τρούμαν Καπότε).

Μικρός φόρος τιμής στις απανταχού βιβλιοθήκες και λέσχες ανάγνωσης που κρατούν πολύτιμη συντροφιά σε ανθρώπους της επαρχίας, σε πολίχνες και χωριά.  Εγκώμιον μνήμης στην ανά τους αιώνες επιστολική λογοτεχνία, τους πεζογράφους και ποιητές, που συντροφεύουν με τα βιβλία τους εκατομμύρια ανθρώπους.

Ο έρωτας, η αγάπη, η φιλία, το μαγείρεμα, η έγνοια για τον συνάνθρωπο,  οι ρίζες, η απώλεια, η συμφιλίωση, η οικογενειακή εστία, η συντροφιά των βιβλίων,  η ζωή και τα όνειρα στην επαρχία έχουν ισχυρό μερίδιο στο βιβλίο αυτό, με τη γυναικεία παρουσία  καταλυτική, πολυμήχανη, γοητευτική και συνεχώς παρούσα.

Το ασυναίσθητα  συχνό… ψιλόβροχο των ματιών του κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης του βιβλίου, ο vidalart είχε καιρό να το νιώσει τόσο έντονα (πολύ περισσότερο από «Το μικρό παριζιάνικο βιβλιοπωλείο» της Νίνα Γκεόργκε με το οποίο είχε ξεκινήσει τη στήλη του «Λογοτεχνικό Φαρμακείο» αλλά και από το «Ο έρωτας στα χρόνια της χολέρας» του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες). Φαίνεται πως είναι ευσυγκίνητος  αν και αρσενικό ον.

  Ας έρθουμε στην ιστορία της συγγραφέως που είναι και δημοσιογράφος. Σ’ ένα χωριό μιας κοιλάδας, στο Πορβενίρ, με πληθυσμό περίπου χιλίων κατοίκων, το ταχυδρομείο κινδυνεύει να κλείσει εξαιτίας της μειωμένης αλληλογραφίας.  Η σαραντάχρονη ταχυδρόμος Σάρα που είναι ντόπια, χωρισμένη με τρία παιδιά θα πρέπει να μετατεθεί στο εγγύς μέλλον. Η γειτόνισσά της, μια ογδοντάχρονη δυναμική γυναίκα, η Ρόσα, έχει μια φαεινή ιδέα για να αυξηθεί η κίνηση στο ταχυδρομείο και την εφαρμόζει κρυφά από κείνην.

Γράφει ένα γράμμα σε μια φίλη της που έχει χρόνια να τη δει και την χωρίζει από κείνη ένα παλιό μυστικό που τη γεμίζει ενοχές. Για να της ζητήσει προς το τέλος να βοηθήσει τη Σάρα και το χωριό τους. Πως ;

   «Γράψε ένα γράμμα. Δεν έχει σημασία αν θα είναι μικρό ή μακροσκελές, ούτε αν θα είναι καλογραμμένο ή όχι. Και στείλε το σε μια άλλη γυναίκα του χωριού, γιατί εκείνη θα καταλάβει ίσως πόσο δύσκολο είναι να μεγαλώνεις παιδιά μακριά από τον τόπο σου. Ακόμη κι αν δεν τη γνωρίζεις, μοιράσου μαζί της στιγμές της καθημερινότητάς σου. Ας φτιάξουμε μεταξύ μας μια αλυσίδα από λέξεις, τόσο μεγάλη, ώστε να φτάσει ως την πρωτεύουσα, και τόσο δυνατή, ώστε κανένας από κει να μην μπορεί να την κόψει».

Ξεκινάει λοιπόν ένα…γαΪτανάκι αλληλογραφίας για να τονωθεί η κίνηση στο ταχυδρομείο του χωριού.  Οι αποστολείς κρατάνε την ανωνυμία τους ζητώντας να το κάνουν και οι παραλήπτριές τους, τις οποίες διαλέγουν είτε επιλεκτικά είτε στην τύχη.

Το αλτρουϊστικό χειρόγραφο «αεροπλανάκι» κάνει ταχυδρομικές… πτήσεις μέσα στο χωριό και τα περίχωρά του αποκαλύπτοντας παράλληλα τον μικρόκοσμο των αποστολέων :  ιδέες, συνήθειες, όνειρα, αδυναμίες, προβλήματα χωρίς να σκοτίζονται που εκτίθενται αφού αυτό γίνεται ανώνυμα και λειτουργεί ανακουφιστικά. Ενα είδος αυθόρμητης εξομολόγησης που οι γυναίκες το έχουν και το εκδηλώνουν πολύ πιο εύκολα από τους άντρες.

Όλα μπερδεύονται γλυκά σε τούτο το παράξενο ταχυδρομικό αλισβερίσι όπως επίσης η νιότη, η μέση ηλικία και τα γηρατειά συνυπάρχουν αρμονικά στις αντιθέσεις τους. Στην αλληλογραφία αυτή παίρνουν μέρος εκτός από την πρωτεργάτρια ηλικιωμένη χήρα Ρόζα :

Μια νεαρή που αγαπάει την ποίηση κι έρχεται στο χωριό κληρονομώντας το σπίτι της εκλιπούσας γιαγιάς της. Μια φημισμένη και ιδιόρρυθμη Αμερικανίδα ποιήτρια που έχει έρθει ινκόγνιτο στα περίχωρα του Πορβενίρ για να ησυχάσει. Ενας νεαρός που ονειρεύεται ταξίδια αλλά δεν μπορεί να φύγει από το χωριό εξαιτίας του πατέρα του που έχει αλτσχάϊμερ (η μητέρα του έχει πεθάνει). Μια αγράμματη καλοσυνάτη νοικοκυρά που όμως τα φαγητά της είναι… πανεπιστημιακού επιπέδου. Μια μοναχική και μονόχνωτη μεσήλικη γυναίκα που εργάζεται τηλεφωνικά. Μια Περουβιανή καθαρίστρια που τραγουδάει δουλεύοντας ερωτικά μπολέρο και θυμάται με νοσταλγία την οικογένειά της.

Η Ρόσα η ταχυδρόμος, που βλέπει με έκπληξη να μεγαλώνει ξαφνικά η αλληλογραφία του χωριού, έχει αποκτήσει συχνή ηλεκτρονική αλληλογραφία μ’ένα συγχωριανό της που τον γνώριζε νεαρή. Αυτός λείπει χρόνια δουλεύοντας σε μια πλατφόρμα εξόρυξης πετρελαίου σε θαλάσσια περιοχή της Νορβηγίας.

Δεν θα σας πούμε περισσότερα. Αξίζει να ταξιδέψετε στις σελίδες αυτού του μυθιστορήματος  με τα θηλυκά πρόσωπα κυρίαρχα στις πολύπλευρες δραστηριότητες και τα ευφυή τεχνάσματά τους. Αλλά και με τα αρσενικά που κι αυτά βοηθούν αναλόγως όσο μπορούν. Μια υπέροχη λογοτεχνική παραμυθία, ένας επιστολογραφικός ύμνος στη ζωή με τον κλαυσίγελο να σας συνοδεύει στην ανάγνωσή του. Eνα μικρό απόσπασμα :

«Στις επιστολές, οι άνθρωποι αποκαλύπτουν τα απλά πράγματα που αγγίζουν την καρδιά τους. Την καθημερινότητα, τις πιο μικρές τους έγνοιες… το πραγματικό τους  πρόσωπο… Οι επιστολές μας επιτρέπουν να υπάρχουμε στις στιγμές της θλίψης».

Όλα για καλό σ’αυτό το βιβλίο.  Οle !