Tα γυάλινα γοβάκια και το κάστρο των παιδιών

  Μια φορά και ένα καιρό ζούσε μια κοπέλα σε ένα χωρίο. Μάζευε και πουλούσε αγριολούλουδα για να ζήσει. Το σπίτι της ήταν στις όχθες του ποταμού. Μια μέρα, ξαφνικά όλα συννέφιασαν. Πάνω από το χωριό απλώθηκε σκοτάδι. Ήταν μια μάγισσα αυτή που έκλεψε το φως. Τα χρώματα είχαν χαθεί από παντού. Είχε απλωθεί η κατάρα της μάγισσας. Η κατάρα θα λυνόταν αν κάποιος έβρισκε τα γυάλινα γοβάκια της, που βρίσκονταν σε μια σπηλιά που τη φύλαγαν ξωτικά. Μέσα στο σκοτάδι ακουγόταν η φωνή της :

-Φέρτε μου τα γοβάκια μου, φέρτε μου τα γοβάκια μου αλλιώς δεν θα δείτε φως!

Τα ξωτικά που τα είχαν κλέψει, το είχαν πει τη κοπέλα. Τα συναντούσε εκεί που έκοβε λουλούδια και έλεγαν τα μυστικά τους. Η κοπέλα μες στο σκοτάδι πήγε και βρήκε τα ξωτικά, με συντροφιά μια πυγολαμπίδα που της έδειχνε το δρόμο. Όταν τα συνάντησε της είπαν :

-θα σου βάλουμε τρεις δοκιμασίες, αν τα καταφέρεις θα σου τα δώσουμε, αν δεν τα καταφέρεις το σκοτάδι θα μείνει για πάντα. Μπορείς να ζητήσεις βοήθεια από όποιον θέλεις.

Η κοπέλα γύρισε στο χωριό. Μπροστά η πυγολαμπίδα, πίσω η κοπέλα. Όταν έφτασαν, η πυγολαμπίδα έφεξε και μάζεψε όλους τους χωριανούς στην πλατεία. Τότε η κοπέλα λέει στους χωριανούς:

-Οι δοκιμασίες που έβαλαν τα ξωτικά είναι να βρούμε δάκρυα μονόκερου, να πιάσουμε την πανσέληνο, να βρούμε ένα λευκό κύκνο και να του πάρουμε ένα φτερό. Και όλα αυτά μες στο σκοτάδι.

Οι χωριανοί συμφώνησαν να βοηθήσουν. Δρόμο πήραν, δρόμο αφήσαν μπροστά η πυγολαμπίδα, πίσω η κοπέλα, από πίσω οι χωριανοί. Στο δρόμο που πήγαιναν έβρισκαν στη γη κομμένα λουλούδια. Τα μάζευαν λοιπόν και προχωρούσαν. Ώσπου βρέθηκαν στο δάσος, συνάντησαν τον μονόκερο και του ζήτησαν ένα δάκρυ του. Εκείνος δεν τους έδινε. Τότε του χάρισαν τα λουλούδια που είχαν μαζέψει. Ο μονόκερος τόσο συγκινήθηκε, από την μυρωδιά των λουλουδιών που δάκρυσε. Η κοπέλα του έδωσε το μαντήλι της να σκουπιστεί. Έτσι κατάφεραν να πάρουν το δάκρυ και να περάσουν την πρώτη δοκιμασία.

Τώρα έπρεπε να πιάσουν την πανσέληνο. Η πυγολαμπίδα πήγε και κάθισε στη κορυφή του βουνού και κοντά της ακολούθησαν η κοπέλα και οι χωριανοί. Σε λίγη ώρα άρχισε να φαίνεται η πανσέληνος. Έτσι την έπιασαν, την πήραν μαζί τους. Στο δρόμο τους συνάντησαν μια λίμνη που μέσα της κολυμπούσε μια πανέμορφη χήνα. Μόλις τους είδε τους λέει:

-Πάρτε ένα φτερό από εμένα και θα βρείτε εύκολα τα γοβάκια, μόνο που θα μου υποσχεθείτε ότι αν γίνω πριγκίπισσα θα βασιλέψω το χωριό σας.

-Στο υποσχόμαστε…

Μόλις πήραν το φτερό, όλα έγιναν φωτεινά. Ξαφνικά εκεί δίπλα τι να δουν ; Τα γυάλινα γοβάκια και τη χήνα να μεταμορφώνεται σε πριγκίπισσα. Όλοι μαζί ξεκίνησαν για το χωριό, δυο μέρες και δυο νύχτες ταξίδεψαν ώσπου έφτασαν.. ένα κάστρο φάνηκε μπροστά τους. Το φύλαγαν ιππότες. Δεν έμενε κανείς, το έλεγαν το κάστρο της αγάπης. Η πόρτα του θα άνοιγε, όταν θα πήγαινε μπροστά της ένας άνθρωπος με πολλή αγάπη. Πολλοί πήγαν, αλλά δεν άνοιγε σε κανέναν. Η πάπια πριγκίπισσα, μόλις που στάθηκε μπροστά στην πόρτα, αυτή άνοιξε. Το χωριό απέκτησε πριγκίπισσα…

Ο καιρός περνούσε, μα η πριγκίπισσα δεν ήταν ευτυχισμένη, ένιωθε μοναξιά μέσα στο κάστρο. Κάθε μέρα κοίταζε από τα μικρά παράθυρα μήπως δει κάτι που θα της δώσει χαρά. Μάταια όμως…

Μια μέρα τα παιδιά του χωριού, βρήκαν στη λίμνη ένα λαβωμένο κύκνο. Τον πήραν, τον φρόντισαν και αποφάσισαν να τον χαρίσουν στην πριγκίπισσα. Μόλις έφτασαν στο κάστρο, η πόρτα του άνοιξε μεμιάς και ο κύκνος μεταμορφώθηκε σε πρίγκιπα. Τότε της είπε την ιστορία του:

-Ημουν πρίγκιπας και σε μια μάχη με μάγισσες σκοτώθηκαν όλοι οι φρουροί μου. Είχα την ευχή της μάνας μου, όμως για να γλιτώσω χρειάστηκε να πω τρεις φορές τη λέξη αγάπη, αγάπη, αγάπη και έγινα κύκνος. Ξέφυγα από τις μάγισσες, λαβωμένος. Ήξερα πως για να γίνω καλά και να ξαναγίνω πρίγκιπας, έπρεπε κάποιος να με φροντίσει με αγάπη.

Τα παιδιά ήξεραν από αγάπη, μόλις άκουσαν την ιστορία του είπαν στη πριγκίπισσα να τον παντρευτεί:

-Να τον πάρεις για άντρα σου!!!

Έτσι και έγινε. Μάλιστα τα παιδιά τους έφτιαξαν δώρο για το γάμο τους στεφάνια ελιάς. Την πανσέληνο οι χωριανοί την έκαναν άμαξα χρυσή και τους την χάρισαν. Ο γάμος τους κράτησε σαράντα μέρες και σαράντα νύχτες. Ο πρίγκιπας φίλησε την πριγκίπισσα και είπε:

-Το κάστρο θα το λέμε το κάστρο των παιδιών και όποιος έχει πολλή αγάπη, να έρχεται να τη φυλάει εδώ. Οι ιππότες μας ξέρουν να φυλάνε την αγάπη και όποιος χρειάζεται λίγη, μπορεί να έρχεται εδώ να του δίνουν…

Έτσι και έγινε. Έτσι και γινόταν, όσο για τη μάγισσα κανένας δεν την είδε, αφού αυτή γυρίζει σε μέρη που δεν υπάρχει αγάπη. Και έζησαν καλά και εμείς καλύτερα και μέχρι σήμερα το τραγούδι τους ακούγεται σε ολόκληρο τον κόσμο!!!

«Φύλαγε την αγάπη σου στο κάστρο των παιδιών
Και έλα να κάνουμε τη γη γιορτή παραμυθιών.
Στο κάστρο ένας βασιλιάς να μοιάζει στον καθένα
Ολόχρυσα φύλλα ελιάς, να φέρει και σε μένα»

(Από την ομάδα παραμυθιού  παιδιών με αναπηρία, Πάτρα. Το συγκεκριμένο παραμύθι, έγινε παράσταση που έδωσαν τα παιδιά αυτά τον Ιούνιο του 2014).

*Το σκίτσο είναι του Απόστολου Δομτζίδη.