Tο εθνικό μου «κουαρτέτο»

 Σολωμός, Καβάφης, Σεφέρης, Ελύτης

Χρειαζόμαστε «τα παντοτινά περασμένα» (Ελύτης) για να έχουμε κάπου να ακουμπάμε, για να μην είμαστε ξεκρέμαστοι, μαριονέτες, απρόσωποι, απαθείς.

Χρειαζόμαστε τα «συμφωνημένα υπονοούμενα» (Σεφέρης) για να μπορούμε να συνεννοούμαστε από καρδιάς και με το νου,  μετέχοντας «αλληλέγγυοι και συνυπεύθυνοι» στην κοινή διαδρομή, την κοινή μοίρα αυτού του τόπου.

Χρειαζόμαστε τις «στοχαστικές προσαρμογές» (Καβάφης) για να ισορροπούμε επιδέξια, να ρισκάρουμε αλλά και να αποφεύγουμε τις κακοτοπιές.

Χρειαζόμαστε να έχουμε  «λογισμό και όνειρο», να παλεύουμε με κουράγιο «για κάτι υπόθεσες ψυχικές» (Σολωμός).

Οφείλουμε να έχουμε ρίζες,  ταυτότητα, μνήμη. Να αναγνωρίζουμε την πολύτιμη κληρονομιά της ελληνικής γλώσσας και να προχωράμε παραπέρα.

Να διαθέτουμε καλές πυξίδες, γερά σκαριά, καλό προσανατολισμό  για να μη φουντάρουμε, για να μη βυθιστούμε και χαθούμε, για να φτάσουμε αν όχι στον προορισμό μας τουλάχιστον να τον πλησιάσουμε.

Να εμπνεόμαστε και να διδασκόμαστε από τη μακραίωνη ελληνική παράδοση και ιστορία ελπίζοντας ότι θα γίνουν πηγή έμπνευσης και αυτογνωσίας για κάποιους που «έχασαν» το δρόμο και κυρίως για τους νεότερους.

Να ξεφύγουμε από τα δίχτυα της διχόνοιας και του μιμητισμού, της ευκολίας και του μιθριδατισμού.

Να πατάμε στέρεα στη γη και να ονειρευόμαστε  απλώνοντας τη σκέψη και τη φαντασία στον ουρανό και τη θάλασσα, στον έρωτα και την αγάπη, στο γενέθλιο τόπο και την πατρίδα, στην ανθρωπιά και τη δικαιοσύνη.

Τέσσερις είναι οι Ελληνες ποιητές, που ο γράφων θαυμάζει και επιστρέφει σ’ αυτούς κατά καιρούς. Το εθνικό «κουαρτέτο» του αποτελούν οι Διονύσιος Σολωμός, Κωνσταντίνος Καβάφης, Γιώργος Σεφέρης, Οδυσσέας Ελύτης.

Ας κάνουμε μια σύντομη περιδιάβαση στο έργο τους ξεκινώντας με την κοινή αφετηρία και των τεσσάρων, την ελληνική γλώσσα.

 *  «Μήγαρις έχω άλλο στο νου μου πάρεξ ελευθερία και γλώσσα ;…

«Για τούτο η φύση των πραγμάτων ηθέλησε να γεννιούνται τα λόγια από το στόμα όχι δύο και τριών ανθρώπων, αλλά από του λαού το στόμα» ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ (από το έργο του «Διάλογος», το 1824).

«Εμείς* οι Αλεξανδρείς, οι Αντιοχείς,οι Σελευκείς, κ’ οι πολυάριθμοι
επίλοιποι Ελληνες Αιγύπτου και Συρίας,

   κ’ οι εν Μηδία, κ’ οι εν Περσίδι, κι όσοι άλλοι.
  Με τες εκτεταμένες επικράτειες,
 με την ποικίλη δράσι των στοχαστικών προσαρμογών.
 Και την Κοινήν Ελληνική Λαλιά                               
 ως μέσα στην Βακτριανή την πήγαμεν, ως τους Ινδούς» ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΒΑΦΗΣ (από το ποίημά του «Στα 200 π.Χ», το 1931)

*«Η ελληνική γλώσσα δεν έπαψε ποτέ της να μιλιέται. Δέχτηκε τις αλλιώσεις που δέχεται καθετί ζωντανό, αλλά δεν παρουσιάζει κανένα χάσμα» ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ (από την ομιλία στη Στοκχόλμη όταν πήρε το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1963).

*«Μου εδόθηκε να γράφω σε μια γλώσσα που μιλιέται μόνον από μερικά εκατομμύρια  ανθρώπων. Παρ’ όλα αυτά, μια γλώσσα που μιλιέται επί δυόμισι χιλιάδες χρόνια χωρίς διακοπή και μ’ ελάχιστες διαφορές. Η παράλογη αυτή, φαινομενικά, διάσταση αντιστοιχεί και στην υλικοπνευματική οντότητα της χώρας μου. Που είναι μικρή σε έκταση χώρου και απέραντη σε έκταση χρόνου…
Συμβαίνει ν’ αποτελεί και εργαλείο μαγείας και φορέα ηθικών αξιών. Προσκτάται η γλώσσα στο μάκρος των αιώνων ένα ορισμένο ήθος. Και το ήθος αυτό γεννά υποχρεώσεις. Χωρίς να λησμονεί κανείς ότι στο μάκρος είκοσι πέντε αιώνων δεν υπήρξε ούτε ένας, επαναλαμβάνω ούτε ένας, που να μη γράφτηκε ποίηση στην ελληνική γλώσσα. Να τι είναι το μεγάλο βάρος της παράδοσης που το όργανο αυτό σηκώνει» ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ (από το λόγο του στην Στοκχόλμη όταν πήρε το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1979).

Ας κάνουμε μια σύντομη περιδιάβαση στο έργο των τεσσάρων αυτών κορυφαίων ποιητών μας.

Από το ποιητικό έργο του Διονυσίου Σολωμού  

* «Δυστυχισμένε μου λαέ, καλέ κι ηγαπημένε,
   πάντοτ’ ευκολοπίστευτε και πάντα προδομένε» (Προς τους Επτανήσιους).

Εστησ’ ο Ερωτας χορό με τον ξανθό Απρίλη
  κι η φύσις ηύρε την καλή και τη γλυκειά της ώρα…
   Νύχτα γιομάτη θαύματα, νύχτα σπαρμένη μάγια !» (από τους Ελεύθερους Πολιορκημένους).

*«Πως πάει το έθνος, πως πάνε οι δουλειές ;»
 «Είδες να μαδάνε την κότα και ο αέρας να συνεπαίρνει τα πούπουλα ; Ετσι πάει το έθνος» (από τα σημειώματα του Σολωμού στο έργο του «Η γυναίκα της Ζάκυθος»).

*Υμνος εις την Ελευθερία (απόσπασμα)

  Σε γνωρίζω από την κόψη
 του σπαθιού την τρομερή,
 σε γνωρίζω από την όψη,
 που με βία μετράει τη γη.

  Απ’ τα κόκαλα βγαλμένη
 των Ελλήνων τα ιερά,
 και σαν πρώτα ανδρειωμένη,
 χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά !

      Αργειε να’ λθει εκείνη η μέρα,
 και ήταν όλα σιωπηλά,
 γιατί τά’σκιαζε η φοβέρα,
 και τα πλάκωνε η σκλαβιά.

 Δυστυχής ! Παρηγορία
 μόνη σούμενε να λες
 περασμένα μεγαλεία
και διηγώντας τα να κλαις…

Με τα ρούχα αιματωμένα,
 ξέρω ότι έβγαινες κρυφά,
 να γυρεύης εις τα ξένα
 άλλα χέρια δυνατά.

Μοναχή το δρόμο επήρες
εξανάλθες μοναχή*
δεν είν’ εύκολες οι θύρες,
 εάν η χρεία τες κουρταλεί.

 Άλλος σου έκλαψε εις τα στήθια
 αλλ’ανάσαση καμιά*
άλλος σου έταξε βοήθεια,
και σε γέλασε φρικτά…

Ταπεινότατη σου γέρνει
 η τρισάθλια κεφαλή,
 σαν πτωχού που θυροδέρνει,
 κι είναι βάρος του η ζωή.

Ναι, αλλά τώρα αντιπαλεύει
κάθε τέκνο σου με ορμή,
που ακατάπαυστα γυρεύει
ή τη νίκη ή τη θανή.

 Απ’ τα κόκαλα βγαλμένη
των Ελλήνων τα ιερά,
και σαν πρώτα ανδρειωμένη ,
χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά !

Από το ποιητικό έργο του Κωνσταντίνου Καβάφη

ΘΕΡΜΟΠΥΛΕΣ

Τιμή σ’εκείνους όπου στην ζωή των
ώρισαν και φυλάγουν Θερμοπύλες.
Ποτέ από το χρέος μη κινούντες*
δίκαιοι κ’ ίσιοι σ’ όλες των τες πράξεις,
αλλά με λύπη κιόλας κ’ευσπλαχνία*
 γενναίοι οσάκις είναι πλούσιοι, κι όταν
 είναι πτωχοί, πάλ’ εις μικρόν γενναίοι,
 πάλι συντρέχοντες όσο μπορούνε*
πάντοτε την αλήθεια ομιλούντες,
πλην χωρίς μίσος για τους ψευδομένους.

 Και περισσότερη τιμή τους πρέπει
όταν προβλέπουν  (και πολλοί προβλέπουν)
πως ο Εφιάλτης θα φανεί στο τέλος,
κ’οι Μήδοι επί τέλους θα διαβούνε.

CHE FECE…IL GRAN RIFIUTO

Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μια μέρα
που πρέπει το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο το Όχι
να πούνε. Φανερώνεται αμέσως όποιος το’ χει
έτοιμο μέσα του το Ναι, και λέγοντάς το πέρα
πηγαίνει στην τιμή και στην πεποίθησί του.

Ο αρνηθείς δεν μετανοιώνει. Αν ρωτιούνταν πάλι,
όχι θα ξαναέλεγε. Κι όμως τον καταβάλλει
εκείνο τ΄όχι –το σωστό- εις όλην την ζωή του.

ΟΣΟ ΜΠΟΡΕΙΣ

Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις,
τούτο προσπάθησε τουλάχιστον
όσο μπορείς : μην την εξευτελίζεις
μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου,
μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες.

Μην την εξευτελίζεις πηαίνοντάς την,
γυρίζοντας συχνά κ’εκθέτοντάς την
στων σχέσεων και των συναναστροφών
την καθημερινή ανοησία,
ως που να γίνει σα μια ξένη φορτική.

 

Από το έργο του Γιώργου Σεφέρη

*«Στην πέτρα της υπομονής προσμένουμε το θάμα».

*«Τη θάλασσα, τη θάλασσα, ποιος θα μπορέσει να την εξαντλήσει ;»

*«Η μνήμη όπου και να την αγγίξεις πονεί».

*«Κατάργησαν τα μάτια τους* τυφλοί.
Μάρτυρες δεν υπάρχουν πιά, για τίποτε».

*«Κι όμως πρέπει να λογαριάσουμε κατά που προχωρούμε».

 «Είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας».

«Δεν θέλω τίποτε άλλο παρά να μιλήσω απλά, να μου δοθεί ετούτη η χάρη…
κι είναι καιρός να πούμε τα λιγοστά μας λόγια γιατί η
ψυχή μας αύριο κάνει πανιά».

«Ξαναμπαρκάραμε με τα σπασμένα μας κουπιά».

Αποσπάσματα από το  δοκιμιακό έργο του «Δοκιμές»

«Εχω ένα πολύ οργανικό συναίσθημα που ταυτίζει την ανθρωπιά με την ελληνική φύση… Πιστεύω πως υπάρχει μια λειτουργία ενανθρωπισμού στο ελληνικό φως… Και το φως δεν το εξηγεί κανείς, το βλέπει».

«Δε μου φταίνε οι θεσμοί και τα πολιτικά συστήματα* μου φταίει το δαιμόνιο που έχουμε να εξευτελίζουμε τον κάθε θεσμό και το κάθε σύστημα, και να σκεπάζουμε τα καμώματά μας με ρητορείες… Πιστεύω πως βοηθά κανείς καλύτερα κάνοντας τη δουλειά που του έδωσε ο θεός να κάνει σ’ αυτή τη σύντομη ύπαρξή μας, όσο μπορεί πιο τίμια και παστρικά. Όχι ρίχνοντας τροφή στον κομματικό σάλαγο».

«Συλλογίστηκα πως την προδοσία θα την ονόμαζα, σήμερα, αδιαφορία».

«Πρέπει ν’ αναζητήσουμε τον άνθρωπο, όπου και να βρίσκεται».

«Το δίλημμα είναι αμείλικτο : είτε θ’ αντικρίσουμε το δυτικό πολιτισμό, που είναι κατά μέγα μέρος και δικός μας, μελετώντας με λογισμό και με νηφάλιο θάρρος τις ζωντανές πηγές του – κι αυτό δεν βλέπω πως μπορεί να γίνει αν δεν αντλήσουμε τη δύναμη από τις δικές μας ρίζες και χωρίς ένα συστηματικό μόχθο για τη δική μας παράδοση* είτε θα του γυρίσουμε τις πλάτες και θα τον αγνοήσουμε, αφήνοντάς τον να μας υπερφαλαγγίσει, με κάποιον τρόπο από τα κάτω, με τη βιομηχανοποιημένη, την αγοραία, τη χειρότερη μορφή επίδρασής του».

«Είμαστε ένας λαός με παλικαρίσια ψυχή, που κράτησε τα βαθιά κοιτάσματα της μνήμης του σε καιρούς ακμής και σε αιώνες διωγμών και άδειων λόγων. Τώρα που ο τριγυρινός μας κόσμος μοιάζει να θέλει να μας κάμει τρόφιμους  ενός οικουμενικού πανδοχείου, θα την απαρνηθούμε άραγε αυτή την μνήμη ; Θα το παραδεχθούμε τάχα να γίνουμε απόκληροι ;  Δε γυρεύω μήτε το σταμάτημα, μήτε το γύρισμα προς τα πίσω* γυρεύω το νου, την ευαισθησία και το κουράγιο των ανθρώπων που προχωρούν εμπρός».

 

Από το έργο του Οδυσσέα Ελύτη

Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου στις αμμουδιές του Ομήρου.

Της δικαιοσύνης ήλιε νοητέ και μυρσίνη συ δοξαστική
μη παρακαλώ σας μη λησμονάτε τη χώρα μου !

Ηρθαν ντυμένοι «φίλοι»
αμέτρητες φορές οι εχθροί μου
 το παμπάλαιο χώμα πατώντας.
Και το χώμα δεν έδεσε ποτέ με τη φτέρνα τους.
Εφεραν τον Σοφό, τον Οικιστή και τον Γεωμέτρη
Βίβλους γραμμάτων και αριθμών
την πάσα Υποταγή και Δύναμη
το παμπάλαιο φως εξουσιάζοντας.
Και το φως δεν έδεσε ποτέ με τη σκέπη τους (ΤΟ ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ)

Όλα χάνονται. Του καθενός έρχεται η ώρα.
Όλα μένουν. Εγώ φεύγω. Εσείς να δούμε τώρα (ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΕΝΟΣ ΑΘΕΑΤΟΥ ΑΠΡΙΛΙΟΥ)

Εάν αποσυνδέσεις την Ελλάδα, στο τέλος θα δεις να σου απομένουν μια ελιά, ένα αμπέλι κι ένα καράβι. Που σημαίνει : με άλλα τόσα την ξαναφτιάχνεις (Ο ΜΙΚΡΟΣ ΝΑΥΤΙΛΟΣ)

Λάμπει μέσα μου κείνο που αγνοώ. Μα ωστόσο λάμπει (ΤΑ ΕΛΕΓΕΙΑ ΤΗΣ ΟΞΩΠΕΤΡΑΣ)

Οι κακοί ποιητές τρέφονται από τα γεγονότα, οι μέτριοι από τα αισθήματα, και οι καλοί από τη μετατροπή του τίποτε σε κάτι. Το εκ του μη όντος όν λογαριάζει.

  Είναι τόσο σχετικά τα μεγέθη, που αυτοκαταργούνται. Ένα ικανό μυρμήγκι βαρύνει –σε απόλυτο αξία – περισσότερο από έναν μέτριο πρωθυπουργό.

 Η πάντων και πασών Ελληνίς θάλασσα.

Κι έναν πόντο πιο ψηλά να πάτε, άνθρωποι, ευχαριστώ θα σας πει ο Θεός. (ΕΚ ΤΟΥ ΠΛΗΣΙΟΝ)

 Αποσπάσματα από τον δοκιμιακό του τόμο «Εν Λευκώ»»

‘Η θα’σαι ολιγαρκής στα υλικά σου αγαθά ή θα’σαι ολιγαρκής στα βιώματά σου.

Το μόνο φωσάκι που δε σβήνει, ακόμη κι αν ο χρόνος μας το πατά χάμω, είναι το κάλλος. Η απειροελάχιστη στιγμή όπου γευτήκαμε το κάλλος και την ενσωματώσαμε μια για πάντα μες στην ιδιωτική μας αιωνιότητα.

Είμαι του ολίγου και του ακριβούς.

Οπου ανθεί ο μέσος όρος, παύω να υπάρχω. Μου είναι αδύνατον να ευδοκιμήσω μέσα στη μάζα της εκάστοτε πλειοψηφίας.

Καμιά ζωή δεν ολοκληρώθηκε ποτέ όπως την είχε κανείς προσχεδιάσει.

Είναι ανάγκη στις εκατό στροφές στενοχώριας να παράγουμε και μία χαράς. Δικαιοσύνη.

Οπου γλώσσα, πατρίς.