Tο ζήτημα του πατριωτισμού

      Γράφει ο Μελέτης Μελετόπουλος
     (καθηγητής,  ιστορικός, κοινωνιολόγος)

  Μια ολιγάριθμη αλλά πανταχού παρούσα ομάδα πανεπιστημιακών, δημοσιογράφων, διανοουμένων και πολιτευτών επιχειρεί τα τελευταία χρόνια με συστηματικό και επίμονο τρόπο να επηρεάσει την κοινή γνώμη και ιδιαίτερα τη νεολαία και να μεταβάλλει την ιστορική συνείδηση και τους πολιτικούς προσανατολισμούς του ελληνικού λαού.

Προωθεί καινοφανείς απόψεις για γεγονότα μείζονος σημασίας, όπως η Ελληνική Επανάσταση, αλλά και υποστηρίζει συγκεκριμένες θέσεις για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, το Κυπριακό, την απόδοση ρατσιστικών και σωβινιστικών χαρακτηριστικών  στον ελληνικό λαό, τη σχέση μας με την Ορθοδοξία κ.α.

Κεντρικό στοιχείο αυτής όλης της πολιτικής «φιλοσοφίας» είναι η επίθεση στην έννοια της Πατρίδας και στο πατριωτικό συναίσθημα. Εχουν καταβληθεί από τους κύκλους αυτούς επίμονες προσπάθειες να ταυτισθεί ο Πατριωτισμός με τον εθνικισμό, τον σωβινισμό, τον ρατσισμό, την μισαλλοδοξία. Κάθε αυτονόητη, ακόμη και η μετριοπαθέστερη άποψη για την υπεράσπιση της εθνικής μας κυριαρχίας και την αντιμετώπιση ξένης επιβουλής συκοφαντείται ως «εθνικιστική υστερία» και αντιπροτείνεται ο «διάλογος» για τα κυριαρχικά μας δικαιώματα, ο κατευνασμός, κλπ…

Αλλοθι και αφορμή της επίθεσης ορισμένων προσώπων και ομάδων εναντίον του πατριωτικού αισθήματος, της έννοιας του Εθνους και όλων των εθνικών συμβόλων είναι ασφαλώς η κατάχρησή τους από την Δικτατορία των Συνταγματαρχών (1967-1974).

Οι Συνταγματάρχες κατασκεύασαν ένα κάπηλο ιδεολογικό προσωπείο χρησιμοποιώντας τα ιερά και τα όσια της ελληνικής κοινωνίας, όπως το Εικοσιένα, το Σαράντα, το τρίπτυχο Πατρίς – Θρησκεία – Οικογένεια, κλπ. Προσωπείο ασφαλώς ψευδεπίγραφο, διότι οι Συνταγματάρχες  βαρύνονται με εθνικά εγκλήματα (η απόσυρση της Μεραρχίας από την Κύπρο κατόπιν τουρκικών πιέσεων και το πραξικόπημα εναντίον του νόμιμου προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, που έδωσε το κατάλληλο πρόσχημα στους Τούρκους να εισβάλουν και να καταλάβουν το βόρειο τμήμα της Κύπρου).

Ετσι, μόλις κατέρρευσε το δικτατορικό καθεστώς, το 1974, η κατάχρηση αυτή των εθνικών συμβόλων από τη Δικτατορία έδωσε το «δικαίωμα» σε κάποιους κύκλους, να επιτεθούν όχι μόνον εναντίνον του στρατοκρατικού αυταρχισμού αλλά και των συμβόλων που αυτός καταχράστηκε.

Ο διεθνισμός , άλλωστε, ορισμένων υποτίθεται προοδευτικών κύκλων θεωρήθηκε αντίθετος προς τη «συντηρητική» και «αντιδραστική» έννοια της πατρίδας, ως εάν ο διεθνισμός να αποκλείει τον πατριωτισμό και το αντίστροφο.

Οι όψιμοι αυτοί διεθνιστές θα έπρεπε να προσέξουν καλύτερα τη γνωστή ρήση του Μαχάτμα Γκάντι ότι «Δεν μπορεί να είναι κάποιος διεθνιστής χωρίς να είναι πατριώτης. Ο Διεθνισμός είναι δυνατός μόνον όταν ο Πατριωτισμός γίνεται πραγματικότητα» («Το βιβλίο της Σοφίας του Γκάντι», εκδ. Φιλίστωρ).

Σ’αυτούς αφιερώνω και την άλλη γνωστή ρήση, του εβραϊκής καταγωγής πρωθυπουργού της Μεγάλης Βρεταννίας Ντισραέλι : «Κοσμοπολίτες : αγαπούν όλες τις χώρες του κόσμου εκτός από τη δική τους», όπως και την ευφυέστατη παρατήρηση του ημέτερου Παναγιώτη Κονδύλη, ότι η αγάπη για τη συγκεκριμένη, δική μας πατρίδα απαιτεί συγκεκριμένες θυσίες (στρατιωτική θητεία, φόρους, κλπ) ενώ η υποτιθέμενη αγάπη για την ανθρωπότητα συνήθως έχει θεωρητική αξία.

Ιδίως στο χώρο των διανοουμένων της ανανεωτικής αριστεράς , που ήταν μεν ολιγάριθμος αλλά απέκτησε μετά το 1974 δυσανάλογα μεγάλη επιρροή στη διανόηση, στην εκπαίδευση και στον τύπο, ο όρος Πατρίδα και όλες οι συναφείς έννοιες εξοβελίσθηκαν, ενώ ο Πατριωτισμός συκοφαντήθηκε ως «χουντικό κατάλοιπο».

Αυτή η ιδεολογική «μόδα» στο επίπεδο της διανόησης βρήκε κάποιους μιμητές – για άλλους λόγους και με άλλα κίνητρα – και στο χώρο της Δεξιάς… Σχηματίσθηκε μια ολιγάριθμη ομάδα, οι λεγόμενοι «νεοφιλελεύθεροι», ορισμένοι εκ των οποίων – όχι όλοι- υιοθέτησαν πλήρως την απέχθεια των διανοουμένων της ανανεωτικής αριστεράς για τον Πατριωτισμό και το Εθνος…

Η σχέση μας με την πατρίδα δεν είναι μια γραφειοκρατική σχέση δύο συμβαλλομένων μερών, που εκφράζεται με κάποιες αμοιβαίες υποχρεώσεις… Είναι μια βαθύτερη οντολογική σχέση με ιστορικό βάθος, προσδιορίζεται από την συλλογική μνήμη, τα κοινά ιστορικά βιώματα, τους θριάμβους και τις τραγωδίες…

Στη σχέση μας με την πατρίδα εντάσσεται η αίσθηση του περιβάλλοντος χώρου, η γεωγραφία, αυτό που οι «γεωγράφοι» αποκαλούν το «ανάγλυφο» του εδάφους, ο ορίζοντας, η θάλασσα, τα βουνά, τα νησιά, θα πρόσθετα δε και την αρχιτεκτονική, που είναι το ανθρωπογενές στοιχείο του περιβάλλοντος. Γι’ αυτό θεωρώ τον πατριωτισμό έννοια κατ’εξοχήν αισθητική και οικολογική.

Η σχέση με την πατρίδα εμπερικλείει το μέλλον. Το μέλλον δεν είναι μια μεταφυσική έννοια. Είναι η ζωντανή, καθημερινή πραγματικότητα των επομένων γενεών, δηλαδή των απογόνων μας. Οι επιλογές οι δικιές μας οδηγούν στην άλφα ή βήτα εναλλακτική προοπτική :  εάν π.χ. οικοδομήσω ένα νεοκλασικό κτίριο, οι απόγονοί μου θα ζήσουν σ’ ένα αισθητικά υψηλού επιπέδου περιβάλλον, εάν οικοδομήσω ένα τερατούργημα, θα υποβαθμίσω εκ των προτέρων την καθημερινότητά τους. Εάν θυσιαστώ αμυνόμενος για την ανεξαρτησία της πατρίδας μου, οι απόγονοί μου θα ζήσουν ελεύθεροι, εάν αρνηθώ επικαλούμενος διάφορα «ρεαλιστικά», «αντιπολεμικά» κλπ προσχήματα, που δεν σταμάτησαν ποτέ κανέναν εισβολέα, οι απόγονοί μου θα ζήσουν σκλάβοι ή πρόσφυγες σε ξένες χώρες.

Ο πατριωτισμός εμπεριέχει υποχρεώσεις : εάν υποδύομαι φραστικά τον πατριώτη αλλά βάζω «μέσον» ώστε να αποφύγω την τιμητική θητεία στα σύνορα, αν φοροδιαφεύγω συστηματικά και αγνοώ τα συλλογικά συμφέροντα της κοινωνίας στην οποία ζω, επιδιώκοντας την μεγιστοποίηση του ατομικού μου συμφέροντος, τότε ασφαλώς με χαρακτηρίζει μέγιστη υποκρισία.

Είναι εύκολο να αποκηρύσσει κανείς τον πατριωτισμό, που συνεπάγεται συγκεκριμένες, υλικές, ατομικές θυσίες χάριν του συνόλου,  και να διατυμπανίζει την προσήλωσή του σε πιο «μοντέρνα» διεθνιστικά και «πανανθρώπινα» ιδεώδη. Εκτός του γεγονότος ότι ο άνθρωπος που δεν αγαπά την πατρίδα του είναι σαφές ότι δεν αγαπά και ολόκληρη την ανθρωπότητα (που είναι μια αφηρημένη, θεωρητική έννοια), ο «διεθνισμός» είναι και δωρεάν. Δεν συνεπάγεται καμία συγκεκριμένη , υλική, ατομική υποχρέωση και θυσία. Κανείς δεν θα καλέσει ποτέ τον διεθνιστή να πολεμήσει για λογαριασμό της διεθνούς κοινότητος, διότι πόλεμοι μεταξύ διαφορετικών πλανητών, δεν υφίστανται, ως γνωστόν…

Αν ταξίδεψα στις βαλκανικές χώρες και σε πολλές ακόμα χώρες ήταν για να εντάξω τη σχέση μου με την Πατρίδα μου στη σχέση μου με τον Κόσμο, στη γνώση μου για τον κόσμο. Θέλω να γνωρίζω. Ο πατριωτισμός μου θέλω να πατά σε γερά θεμέλια.

Ως πατριώτης, δεν μπορώ να είμαι εθνικιστής. Σέβομαι την αγάπη των άλλων λαών για τη δική τους πατρίδα, δεν επιβουλεύομαι καμία ξένη πατρίδα. Δεν ανέχομαι όμως επιβουλές έναντι της δικής μου. Ως πολίτης, όταν η πατρίδα μου απειλείται, λαμβάνω θέση. Οι αρχαίοι Ελληνες θεωρούσαν αυτόν που δεν λαμβάνει θέση σε μια διαμάχη άτιμο.

Θα εντόπιζα στο κέντρο του πατριωτικού αισθήματος την έννοια της αξιοπρέπειας. Η συλλογική ελευθερία ενός έθνους, η θέση του στην παγκόσμια κοινότητα, η αποφασιστικότητά του να μην χρωστά σε ξένες χώρες, η περιφρούρηση των δημοκρατικών του θεσμών από τα παρακμιακά φαινόμενα της οικογενειοκρατίας, της διαφθοράς και της συναλλαγής, η προαγωγή του πολιτισμού του και η άρνηση της ξενομανίας και της πολιτισμικής αλλοτρίωσης, η εθνική αυτοπεποίθηση και όχι η αναζήτηση ξένων «σωτήρων», «κηδεμόνων» και «προστατών», είναι ζήτημα αξιοπρέπειας και μόνον.

Η αναζήτηση της επιτυχίας και της ευημερίας μέσα από τη σκληρή εργασία οδηγεί τον κάθε ξεχωριστό άνθρωπο στην αυτονομία του, αλλιώς αργά ή γρήγορα τον καθιστά δέσμιο τραπεζών, τοκογλύφων και άρα θύμα ξένων επιδιώξεων. Κάτι τέτοιο ισχύει και για τα έθνη.

Προτείνω λοιπόν έναν πατριωτισμό ανοιχτό στις πολυκύμαντες και πολυεπίπεδες εξελίξεις της συναρπαστικής και ταυτόχρονα επικίνδυνης εποχής μας, έναν πατριωτισμό που θέτει ως στόχο όχι μία κλειστή, ξενοφοβική, αυτιστική κοινωνία ούτε όμως και μία κοινωνία ξενόδουλη και εξαρτημένη από ποικίλλους κηδεμόνες.

Προτείνω έναν πατριωτισμό που θέτει ως στόχο την επιτυχία στην ευγενή άμιλλα των εξελιγμένων εθνών, την πολιτιστική διάκριση και την ηθική υπεροχή, την αφομοίωση των πιο σύγχρονων στοιχείων του παγκόσμιου πολιτισμού και τον γόνιμο διάλογο με τα έθνη της οικουμένης, προτείνω έναν πατριωτισμό που θέτει ως στόχο τη διαμόρφωση του Οικουμενικού Ελληνα. Προτείνω δηλαδή αυτά που οι Αρχαίοι και οι Βυζαντινοί μας πρόγονοι πέτυχαν, και που μ’ αυτά κυριάρχησαν για τρεις χιλιάδες χρόνια στον παγκόσμιο πολιτισμό.

Ο πατριωτισμός είναι, ασφαλώς, ηθική και συναισθηματική δέσμευση.

(απόσπασμα από το δοκιμιακό βιβλίο του «Το ζήτημα του πατριωτισμού»)